Στις δημοτικές εκλογές κατά τη γνώμη μου κρίνονται δύο βασικά ζητήματα για το μέλλον του δήμου μας. Πρώτον  η τοπική ανάπτυξη και δεύτερον ο τρόπος οργάνωσης του τοπικού συστήματος.

Το πρώτο έχει σχέση με την οικονομική ανάπτυξη, εισοδήματα και απασχόληση και την ενίσχυση βασικών κλάδων της τοπικής οικονομίας που αξιοποιούν τα συγκριτικά μας πλεονεκτήματα, ενώ το δεύτερο έχει σχέση με την αποτελεσματικότητα /αποδοτικότητα του συστήματος, τον σχεδιασμό /προγραμματισμό και τις υπηρεσίες που βελτιώνουν την ποιότητα ζωής (καθημερινότητα) των πολιτών αλλά και των επισκεπτών.
Όλα αυτά λειτουργούν εντός ενός συγκεκριμένου πλαισίου εθνικού και ευρωπαϊκού ως χώρας μέλος της ΕΕ.

Ως προς το εθνικό πλαίσιο, η χώρα μας θεωρείται από τα πιο συγκεντρωτικά και λιγότερα αποκεντρωμένα συστήματα στην ΕΕ σε επίπεδο αιρετής τοπικής αυτοδιοίκησης τόσο στους Δήμους αλλά και στις Περιφέρειες. Την ίδια στιγμή, όσον αφορά το Ευρωπαϊκό πλαίσιο είναι γνωστό ότι ο κύριος όγκος των έργων στους Δήμους και στις Περιφέρειες γίνονται μέσω των διαρθρωτικών ταμείων. Έτσι ο στρατηγικός σχεδιασμός και προγραμματισμός αποκτά κεντρικό και επιτελικό ρόλο για την αποδοτική και αποτελεσματική λειτουργία της διοίκησης και ειδικά για δ/νσεις όπως του Προγραμματισμού, των Τεχνικών και των Οικονομικών Υπηρεσιών. Η αναφορά γίνεται στις περισσότερο επιτελικές διευθύνσεις από το οργανόγραμμα του Δήμου, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν αφορά και τις υπόλοιπες.

Κρίνουμε σκόπιμο να γίνει μεγαλύτερη μνεία αναφορικά με την αποκέντρωση. 

Δυστυχώς παρά τα μέχρι σήμερα βήματα στην κατεύθυνση της αποκέντρωσης στη χώρα μας, οι  δήμοι συνεχίζουν να μην έχουν αυτοτελείς πόρους, πέρα από τα ανταποδοτικά τέλη και εξαρτώνται από τη χρηματοδότηση της κεντρικής διοίκησης (μέσω των κεντρικών αυτοτελών πόρων) και τη γραφειοκρατία ακόμα και για τις προσλήψεις, παρά το γεγονός ότι τους εκχωρούνται όλο και περισσότερες αρμοδιότητες. Τα οικονομικά της Τ.Α. θα πρέπει να αποτελούν βασικό αντικείμενο στο δημόσιο διάλογο εν όψει των δημοτικών εκλογών, όπως επίσης και το ασφυκτικό οικονομικό πλαίσιο που δημιούργησε η οικονομική κρίση και στους Δήμους, μειώνοντας τη χρηματοδότηση τους έως και 50% σε σχέση με την προ κρίσης περίοδο. Το να προσωποποιούν κάποιοι τις ευθύνες στους αιρετούς δημάρχους αυτής της περιόδου και να ισχυρίζονται  ότι το έργο τους είναι δυσανάλογο με προηγούμενες δημοτικές αρχές που η θητεία τους έλαβε χώρα στα χρόνια της ευμάρειας, γίνεται για καθαρούς αντιπολιτευτικούς σκοπούς και δεν είναι ειλικρινής η κριτική τους.

Εκτός  από το όραμα και πρόγραμμα, ο κάθε υποψήφιος σε σημαντικά ζητήματα που αφορούν το Δήμο, θα πρέπει να εξηγεί και πώς θα το υλοποιήσει, με τι πόρους και με τι χρονοπρογραμματισμό, έτσι που να προκύπτει ότι μπορεί να το υλοποιήσει ή τι μπορεί να υλοποιήσει για την περίοδο που ζητά την ψήφο και την εμπιστοσύνη των πολιτών. 

Επίσης επειδή θεσμικά οι δήμοι είναι πολύ πιο κοντά στο πολίτη, επιβάλλεται στην συζήτηση να αναδεικνύεται το ζήτημα της δημοκρατικής λειτουργίας τους και των ευρύτερων συναινέσεων που απαιτούνται, και που προϋποθέτουν την λειτουργία θεσμών όπως είναι η δημοτική διαβούλευση για όλα τα σημαντικά ζητήματα πριν ληφθούν οι αποφάσεις από την δημοτική αρχή. Η λειτουργία αυτών των θεσμών δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μια καθαρά τυπική διαδικασία επειδή προβλέπονται απλά από το νόμο, αλλά ως υποχρεωτικοί θεσμοί για τη δημοκρατική οργάνωση και λειτουργία του τοπικού συστήματος. Είναι ζητήματα που ήδη έχουν απασχολήσει και την παρούσα δημοτική αρχή στο πλαίσιο εκπόνησης του πενταετούς προγράμματος του δήμου 2014 – 2019 αλλά και στη διαδικασία παραχώρησης του στρατοπέδου Μαρκοπούλου με την ηλεκτρονική διαβούλευση για τις χρήσεις του, που όμως τόσο οι τοπικοί φορείς όσο και η κοινωνία των πολιτών δεν ήταν, και πιθανόν να μην είναι ακόμα εντελώς ώριμες να τους αποδεχτούν.       

Σε κάθε περίπτωση η όποια δημοτική αρχή συμπολιτευόμενη και αντιπολιτευόμενη είναι σκόπιμο να αναδεικνύει τη δημοκρατική φύση της λειτουργίας της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και να δεσμεύεται ότι όχι μόνο θα αναλαμβάνει πρωτοβουλίες που θα την ενισχύουν,  αλλά και θα την εφαρμόζει στη πράξη σε όλα τα σημαντικά τοπικά προβλήματα που απασχολούν την τοπική ανάπτυξη και οργάνωση.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα που μπορεί να αναφερθεί είναι ο εσωτερικός κανονισμός λειτουργίας για τη Δημοτική Αγορά (έχει να αλλάξει ουσιαστικά από το 1913, έτος ίδρυσης της, παρά τις τεράστιες αλλαγές που έχουν γίνει με την πλειοψηφία των καταστημάτων να  είναι τουριστικά)  ένα από τα πλέον εμβληματικά κτίρια του δήμου μας, που δίνει και το στίγμα της εικόνας της πόλης των Χανίων ειδικά σαν  τουριστικού προορισμού, ο οποίος δεν μπορεί να αποτελεί αντικείμενο συζήτησης μόνο μεταξύ των άμεσα ενδιαφερομένων  δηλαδή της δημοτικής αρχής και των καταστηματαρχών, αλλά ενδιαφέρει και τους πολίτες του δήμου μας. Το ίδιο μπορεί να ισχύσει και για το Ενετικό λιμάνι, το πάρκο των Αγίων Αποστόλων, κλπ.

Τέλος να προστεθεί ανάμεσα σε όλα όσα αναφέρθηκαν παραπάνω για τα πραγματικά προβλήματα που θα πρέπει να απασχολήσουν τον δημόσιο διάλογο για την ανάδειξη της νέας δημοτικής αρχής, και  ένα άλλο στοιχείο που δεν είναι άλλο από τον νέο εκλογικό νόμο βάσει του οποίου θα γίνουν οι εκλογές με απλή αναλογική.  Ανεξάρτητα  από τον όποιο συσχετισμό δυνάμεων θα προκύψει, θα αναδειχτεί η ανάγκη για ευρύτερες συνεργασίες και συναινέσεις για τη δημιουργία δημοτικής ομάδας πλειοψηφίας για τη διακυβέρνηση του Δήμου.

Αυτός είναι και ένας επιπλέον λόγος για ουσιαστικό διάλογο, για το τι είδους τοπική ανάπτυξη θέλουμε στο δήμο, αν ο τουριστικός κλάδος που αποτελεί το κινητήριο μοχλό  της θα πρέπει να διαφοροποιηθεί και αν ο στόχος πρέπει να είναι η επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου όλο το χρόνο. Αν  εκτός από μαζικό τουρισμό του «ήλιος – θάλασσα» θα  στοχεύσουμε και στις εναλλακτικές μορφές του βιώσιμου και υπεύθυνου τουρισμού. Ποια πρέπει να είναι τα έργα στρατηγικής σημασίας που έχουν προτεραιότητα για την τοπική ανάπτυξη την επόμενη περίοδο και οφείλουμε με βάση το πλαίσιο και τους διαθέσιμους πόρους, να προετοιμάσουμε την έναρξη της υλοποίησης τους την επόμενη πενταετία. Αν θα πρέπει να θεσπιστούν κανόνες, συμμετοχικοί και δημοκρατικοί που θα ενισχύουν στην πράξη τη δημοτική διαβούλευση για όλα τα μεγάλα και σημαντικά ζητήματα του δήμου. Αν θα πρέπει να γίνει η προσαρμογή των υπηρεσιών και του  οργανογράμματος της διοίκησης ιδιαίτερα όσο αφορά στον σχεδιασμό, ωρίμανση και ποιότητα των έργων αλλά και προσαρμογή στις νέες απαιτήσεις του ισχύοντος  κάθε φορά ευρωπαϊκού και εθνικού πλαισίου, θα αναπτύσσει δράσεις της δημοκρατικά εκλεγμένης αρχής  για περιοδική λογοδοσία πεπραγμένων και αξιολόγηση με αμφίδρομη σχέση δημοτικής αρχής και τοπικής κοινωνίας

Ο Μιχάλης Αρτεμάκης είναι Οικονομολόγος