Μιλάμε συχνά για το λαϊκό μας πολιτισμό και τη λαϊκή παράδοση. Είμαστε άνθρωποι διαφορετικών προελεύσεων, όμως με κοινή ρίζα, που τη λογαριάζουμε σημαντικότερη από το χώρο της δικής μας πολύ πιο μακροχρόνιας καθημερινής διαβίωσης. Οι περισσότεροι ζούμε στις πολιτείες, εργαζόμαστε σ’ αυτές και γυρνάμε κατά περιόδους στον τόπο της καταγωγής και της ρίζας μας, για να αισθανθούμε ψυχική ανάταση, να εμπνευστούμε και να πάρουμε δύναμη για τη συνέχεια της ζωής μας και την αντιμετώπιση των δυσκολιών.

Γιατί η γενιά μας, ασφαλώς όλες οι προηγούμενες,  και θέλουμε να πιστεύουμε και οι επόμενες, όλοι εμείς  μεγαλώσαμε με το θαυμασμό της παράδοσης, διδαχθήκαμε το μεγαλείο της ζωής από τα μυστικά της λαϊκής βιωματικότητας των γονιών και των παππούδων, των συγγενών και των φίλων. Έτσι αισθανόμαστε πως όποιες επιλογές κι αν κάναμε στη συνέχεια είναι ζωογόνο για μας να επιστρέφουμε εδώ, στα χωριά μας. «Όσο ξεκόβει κανείς από τη ρίζα του, τόσο αξεδίψαστος και φτωχός μένει».

Έτσι εξηγείται πώς παρά την ανάγκη της επαγγελματικής πολυμέρειας των αστικών απασχολήσεων μας, παρά τις καταναλωτικές και συνδεδεμένες με το σύγχρονο υλικό  πολιτισμό συνήθειες που υιοθετήσαμε και ακολουθούμε, όμως στα αδιέξοδα της τεχνοκρατικής καθημερινότητάς μας αναζητάμε εδώ το μυστικό του ανθρώπου, που ξέρει να χαίρεται με ό τι και με όσα έχει στη ζωή του.

Οι κοινωνικοί ανθρωπολόγοι λένε σήμερα ότι «η αστική κοινωνία εξωτικοποίησε την αγροτική ζωή». Όμως δεν μπορούν να αρνηθούν την πρόσδεση του ανθρώπου, που γεύθηκε την παράδοση και τις αξίες της  «στον κρυφό και αλογάριαστο θησαυρό», όπως τον έλεγε ο Γιώργος Ιωάννου, του λαϊκού πολιτισμού. Είναι το όχημα για τη διατήρηση της ιστορικής μνήμης, τοπικής αλλά και εθνικής, η βάση της κοινοτικής διαπαιδαγώγησης, η αφετηρία της ιστορικής ευαισθητοποίησης, αλλά και της γνήσιας οικολογικής ευαισθησίας, που δεν είναι μοντέρνο ιδεολόγημα, όπως πολλοί νομίζουν, αλλά πολύ παλιά βιοθεωρία αυθεντικός ορθόδοξος και παραδοσιακός τρόπος ζωής.

Υπενθυμίζω, ας μου το επιτρέψετε, ότι στην απλή ζωή των χωριών μας η πανίδα και η χλωρίδα είναι τα δώρα της φύσης στον άνθρωπο της κάθε εποχής, προσωρινό κάτοικο του κόσμου τούτου και όχι τα μέσα του προσωπικού πλουτισμού και της πρόσκαιρης απόλαυσης του καθενός μας. Έτσι, η παράδοση διαμόρφωνε και διαμορφώνει ήθος και αξίες, οριοθετεί την ανθρώπινη αυθαιρεσία και τον εξαντλητικό των  ημερών μας ατομικισμό.

Ποιος είναι ο τρόπος να τα «περάσουμε» στους νεότερους όλα τούτα; Η καταγραφή όσων ακούμε, η περισυλλογή όσων μπορέσουμε, η μελέτη και ανάδειξη  απανθισμάτων τέτοιων συγγραφών, όταν αυτά τυπώνονται και παίρνουν τη μορφή του βιβλίου ή του δημοσιεύματος. Από αυτή την άποψη θεωρούμε σημαντική τη σχετική δουλειά, που εμπνεύσθηκε ο Στέλιος Μιχελάκης, διδάκτωρ γεωπόνος, πρώην Δήμαρχος Βάμου και ακόμη σήμερα ασχολούμενος ποικιλοτρόπως με τον αυτοδιοικητικό θεσμό της περιφέρειας μας για την προστασία και ανάδειξη του αποκορωνιώτικου πνευματικού θησαυροφυλακίου.

Είναι αλήθεια, όλοι θεωρούν τη μαντινάδα  «ρίμα πιτήδεια ξομπλιασμένη με τα στολίδια της γλώσσας της Κρήτης, υφασμένη με τα στημόνια της παράδοσης και της ιστορίας, πηγή χαράς και συνοδευτική κάθε στιγμής στη ζωή της Κρήτης. Όμως, η ιδέα της συγκέντρωσης και καταγραφής νεότερων μαντινάδων επιβεβαιώνει τη μακροβιότητα της αυτοσχέδιας ή επεξεργασμένης ποιητικής δημιουργίαςεπώνυμων και διακεκριμένων σμιλευτών του γραπτού λόγου και προικισμένων δεξιοτεχνών του προφορικού.  

Οι μαντινάδες για τον Αποκόρωνα, όπως άλλωστε και όλες οι μαντινάδες ,  άλλοτε ανιστορούν «πολέμου αθιβολές» κι άλλοτε προσεγγίζουν το φιλοσοφικό στοχασμό. Στην κρητική «φαντασιακή κοινότητα» επικαλούνται την ιστορία και θαυμαστά τη συναρμόζουν με το παρόν, για να υποδείξουν τα όρια του χρέους των νεότερων και να δυναμώσουν τους δεσμούς τους με τον τόπο και την παράδοσή του.  Άλλοτε πάλι εκφράζουν την ιερότητα του ανθρώπινου πόνου, του έρωτα, το φόβο του θανάτου και τη χαρά της ζωής.  Τα αισθήματά του ο Κρητικός μαθαίνει να τα αποτυπώνει «στις δυο αράδες», τα δίστιχα , που βρίσκουμε άφθονα στο «περιβόλι της μαντινάδας».

Σε αυτές εκφράζονται λαϊκές δοξασίες θρύλοι και αναστοχασμοί, αξίες και ήθος , η γλαφυρή εικόνα του ζην σε όλο της το μεγαλείο και τα ηρωικά πρότυπα της κοινότητας: οπλαρχηγοί και ιεράρχες ,  άνθρωποι του πνεύματος και της  εθνικής αντίστασης σε κάθε κατακτητή, πρόσωπα της μάχιμης πολιτικής αλλά και δεξιοτέχνες της λαϊκής παραδοσιακής μουσικής, που συνδέθηκαν με τη βιωματικότητα της τοπικής κοινότητας περνούν από τούτες τις σελίδες.  Ζωγραφίζεται με χρώματα ανεξίτηλα η αποκορωνιώτικη Μαδάρα, τα «κρουσταλλλοδροσόνερα, νάματα κι’ αγιονέρια»,  οι λόγγοι  και οι ρεματιές, τα «ευλογημένα λιόφυτα» κι’ οι  «ανταρτοπατημένες στράτες» , οι γκρεμοί και τα «βαθύσκιωτα φαράγγια», τα ποτάμια  κι η νεραϊδογεννήτρα  λίμνη του Κουρνά, οι ακρογιαλιές και τα ιστορικά μνημεία. 

Η επίσκεψη στο «μπαξεδοπέρβολο» της μαντινάδας  μεθά τον επισκέπτη με τις «μοσχοβολιές» της  ρίγανης, του θυμαριού και της  δάφνης, της  φασκομηλιάς , της μαλοτήρας, των αγριοτριαντάφυλλων και των  ανθών  της ματζουράνας. Αυτές οι άγιες μυρωδιές εμπνέουν τις αξίες των ανθρώπων της επαρχίας: τη μπέσα, το φιλότιμο, την πρεπειά και το μερακλίκι, την ανθρωπιά και τη λεβεντιά, την ταπεινότητα και τη φιλοξενία. Αξίες που ενσαρκώνουν οι «μαυροντυμένοι άντρες»  και οι «αντρειογεννήτρες μάνες» , οι  «γαϊτανοφάντρες κοπελιές» κι’ οι «αρχόντισσες κεράδες», οι γλυκιές «σαν τζι νεράγδες» νέες , που κρύβουν μέσα τους  «τσοι ανθούς τση ζήσης». Kείνες που στρώνουν το τραπέζι πάντα στο αποκορωνιώτικο σπίτι για μοναδικό κι’ αξέχαστο γλέντι με καλό κρασί, τσιγαριαστό, με  τυρί και  μέλι.

Όλα τα παραπάνω δικαιολογούν το χαρακτηρισμό της «αρχοντοεπαρχίας» , έννοια που αποκαλύπτεται από την ίδια την παραγωγή της ονομασίας του λόγω της «κορώνας» , κύριου συστατικού του ονόματος του «Αποκόρωνα». Για τους ανθρώπους που τον αγαπούν  «η ομορφιά ντου προκαλεί έρωτα και ζαλάδα». Αγάπη για τον τόπο αναδύεται  με μοναδικό τρόπο σε αυτή την αποθησαυρισμένη καταγραφή των ποιητικών αυτοσχέδιων ή πολυεπεξεργασμένων δημιουργιών, που περιέχουν γνώση και πίστη,  εμπνέουν θαυμασμό και περηφάνια, μεταβιβάζουν αξίες και ιδανικά, γίνονται πηγή έμπνευσης και δημιουργικής ανασύνθεσης, αναμοχλεύουν την ιστορία, για να δώσουν δύναμη στους νέους της αποκορωνιώτικης κοινότητας να τη συνεχίσουν.

Στο κοινό των απανταχού  Αποκορωνιωτών , στο κοινό των απανταχού Κρητών ανήκουν οι λαϊκές ρίμες που καταγράφηκαν και εκτυπώθηκαν και όσες δεν έχουν καταγραφεί ακόμη . Άλλωστε η αναμέτρηση με την προφορική παράδοση, τη ζωντανή καλλιτεχνική δημιουργία και την ανεξάντλητη ιστορική μνήμη είναι ασύμμετρη για κάθε άνθρωπο και κάθε γενιά. Έργο τιτάνιο και «καταδικασμένο» να μένει πάντοτε ημιτελές, λόγω της διαρκούς αναπαραγωγής του.

Η παρούσα έκδοση , λοιπόν, ταπεινή αλλά σπουδαία, μπορεί να προστεθεί σε άλλα επίσης σημαντικά μνημεία του σύγχρονου πολιτισμού της επαρχίας μας και να αποτελέσει είναι μνημείο λόγου και ιερό εγκόλπιο της συλλογικής μνήμης. Μόνο που πρέπει να υπενθυμίζουμε στα νέα παιδιά του Αποκόρωνα ότι τιμούν την παράδοση όταν τη βιώνουν με αίσθημα ευθύνης και ζωή συνετή και ακίνδυνη. Αγαπούν τον πολιτισμό, όπως αγαπούν τον τόπο τους, γιατί μην ξεχνάμε ότι «ο πολιτισμός είναι κυρίως χώρος», κατά το Φερνάν Μπρωντέλ, χώρος ιερός , συνδεδεμένος με τη βιωματικότητα του κυκλικού χρόνου, όταν τον νοιάζονται, όταν τον καλλιεργούν και απολαμβάνουν τα δώρα της φύσης του, όταν στήνουν μνημεία και τιμούν πρόσωπα καιτα  γεγονότα της ιστορίας, έτσι όπως αξίζει.

Επιτρέψτε μου, λοιπόν, την παραίνεση και παρένθεση: τα όπλα είναι ιερά κειμήλια για την υπεράσπιση του τόπου μας, όποτε χρειαστεί. Το κρασί και η ρακή είναι πατροπαράδοτα ποτά, «αγιάσματα» τελετουργικά για τη σύνδεση των συγγενών και των φίλων. Μην τα μετατρέπετε σε μέσα αλληλοεξόντωσης στον ανίερο πόλεμο της ασφάλτου και της κάθε συλλογικής χαράς, που συχνά – δυστυχώς σήμερα –  οδηγεί στο πένθος. Αυτά δεν αποτελούν παράδοση. Αυτά αποτελούν ντροπή για την Κρήτη. Με αφορμή τούτη τη συνάντηση, ας ξεκινήσει από εδώ από τον Αποκόρωνα ο γιορταστικός «αφοπλισμός» και η  λελογισμένη χρήση των τοπικών μας πιοτών. Έτσι, ας τραγουδήσουμε τις μαντινάδες, ας τις συνδέσουμε με τα γλέντια και τη ζωή μας, ας εμπλουτίσουμε τις συλλογές των κάθε λογής «δημοτικών τραγουδιών». Μ’ αυτά δεν μιλούμε εμείς, ούτε οι στιχουργοί τους, για να παραφράσω το Νίκο Καζαντζάκη, «μιλούν αρίφνητοι πρόγονοι με το στόμα μας και το στόμα τους.» Με αυτά «οι νεκροί δεν κείτουνται στο χώμα. Γένονται πουλιά, δέντρα κι’ αγέρας. Γένονται  ιδέες και πάθη κι’ ορίζουν τη βουλή και την πράξη μας.»Με αυτά, λοιπόν, κάνουμε το χρέος μας, πλαταίνουμε το εγώ μας κι’ αφουγκραζόμαστε τους προγόνους από τη «φύτρα» μας.

Για μια συνόψιση όσων είπαμε, θυμίζω τα λόγια του  Σταμάτη Αποστολάκη, «ο Κρητικός λαός γεννιέται και μεγαλώνει με τον Ερωτόκριτο, πατεί τη γης με τη μαντινάδα κι’ αντρειώνεται με το ριζίτικο.» Και όλα αυτά τα τραγουδεί και τα καταξιώνει καθένας με τη δική του φωνή και τη δική του ξεχωριστή περπατησιά στη στράτα της ζωής.

Στέλλα Αλιγιζάκη
Φιλόλογος – Ιστορικός