Πρόσφατα έγινε μία ενδιαφέρουσα συζήτηση στο Ελληνικό Κοινοβούλιο για την ελληνική κοινωνία υπό τη νέα πραγματικότητα της μόνιμης παρουσίας χιλιάδων προσφύγων και μεταναστών στη Χώρα μας (Συνεδρίαση ΚΣΤ΄, 4-10-2019).

Απαντώντας σε επίκαιρη ερώτηση του επικεφαλής του «ΜέΡΑ25» κ. Γιάνη Βαρουφάκη για τη Μόρια, ο κ. Πρωθυπουργός επεχείρησε να αποσείσει από πάνω του κάθε κατηγορία ξενοφοβίας και ρατσισμού, λέγοντας ότι είναι «υπερήφανος που βλέπει την ελληνική κοινωνία να μετατρέπεται σιγά - σιγά σε πολυπολιτισμική». Εξέφρασε δε τη βεβαιότητα ότι όσα παιδιά μεταναστών επιλέξουν να κάνουν την Ελλάδα ως δεύτερη Χώρα «πρέπει να αισθάνονται και θα αισθάνονται Έλληνες […]. Αυτό είναι το σωστό και θα πάνε σε ελληνικό σχολείο και αν είναι άριστοι μαθητές, να σηκώσουν την ελληνική σημαία στις παρελάσεις» δήλωσε ο κ. Μητσοτάκης.

Ένα άλλο ενδιαφέρον κείμενο στα «Χανιώτικα Νέα» (15-10-2019, σελ. 23) του κ. Παναγιώτη Αλεβάντη, με τίτλο «Τι Χώρα ονειρεύομαι…», μεταξύ άλλων, σημειώνει: «Ονειρεύομαι μιαν Ελλάδα χωρίς ρατσιστές, αλλά με πολίτες που θα σέβονται τη διαφορετικότητα όσον αφορά την ταυτότητα του φύλου, το χρώμα της επιδερμίδας, τη θρησκεία, τη φυλή. Μία Χώρα όπου όλοι θα σέβονται τους νόμους γιατί αυτοί θα έχουν συνταχθεί με πνεύμα δικαιοσύνης και θα εφαρμόζονται ισότιμα σε όλους τους πολίτες χωρίς εξαιρέσεις».

Όταν, λοιπόν, ο ίδιος ο κ. Πρωθυπουργός της Χώρας ομιλεί περί σεβασμού και αποδοχής της ετερότητας και κατ’ επέκταση παραδοχή και προάσπιση της πολυπολιτισμικότητας, τίθεται το ερώτημα με ποιον τρόπο θα μπορέσει να επιτευχθεί αυτό. Πώς θα φτάσουμε στο όνειρο μιας ανοικτής κοινωνίας με απώτερο σκοπό την ομαλή ένταξη των προσφύγων ή μεταναστών στις σχολικές κοινότητες, αλλά και σε διαμερίσματα, ξενοδοχεία και προγράμματα απασχόλησης;

Βέβαια το θέμα της ενσωμάτωσης συνδέεται και με άλλα ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά της ελληνικής κοινωνίας. Στο ερώτημα μάλιστα ότι η Ελλάς «δεν θέλει ούτε φράκτες ούτε τείχη, αλλά κανόνες», μπορεί εύκολα να διαβάσει κανείς τις τοπικές εφημερίδες και να απαντήσει ότι ο μεγαλύτερος «φράκτης» τελικά είναι ο ίδιος ο άνθρωπος. Δεν θα μπούμε όμως στη λογική εάν ο ξένος είναι πρόσφυγας ή μετανάστης, αλλά δεν μπορούμε να μην ανησυχούμε και με τις πρόσφατες συρράξεις στη Συρία, που θα μας ξαναβάλουν σε επικαιροποίηση του προβληματισμού εάν είμαστε ή όχι, Χώρα πολυπολιτισμική.

Εάν τα παραπάνω αποτελούν μία συνεχή πραγματικότητα για την Ελλάδα του 21ου αιώνα, λησμονούμε ότι μέσα στην όλη συζήτηση θα πρέπει να εντάξουμε και το θέμα της Θρησκείας (βλ. Κυρά Αδάμ, Ο προσφυγικός γρίφος, «Χανιώτικα Νέα», 15-10-2019, σελ. 20-21). Εκείνο που μπορούμε να επισημάνουμε είναι ότι το θρησκευτικό τοπίο αλλάζει στην Ελλάδα. Βέβαια ποικίλα ερωτήματα –με θρησκευτική βάση– τίθενται και στη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης: Ποια είναι η ταυτότητά της; Ποια είναι τα σύνορά της; Πώς αντιμετωπίζεται το θρησκευτικό συναίσθημα; Ποια η θέση των θρησκειών στις ευρωπαϊκές κοινωνίες;     

Σήμερα εάν οι χριστιανικές Εκκλησίες προσπαθούν να είναι παρούσες στη δημόσια σφαίρα, δεν το κάνουν ως επιβαλλόμενες αρχές, αλλά συμμετέχουν ως ισότιμοι πρωταγωνιστές στον ανοικτό διάλογο με την Κοινωνία των Πολιτών,  ως μία κοινωνική δύναμη μεταξύ πολλών άλλων. Εάν η συζήτηση γύρω από τη Θρησκεία επανέρχεται και πάλι στην Ευρώπη, επανέρχεται με διαφορετικά ερωτήματα, προσεγγίζοντας ολιστικά το παγκόσμιο θρησκευτικό φαινόμενο. Με άλλα λόγια τον πολλαπλασιασμό του θρησκευτικού φαινομένου σε εθνικό επίπεδο μέσα από την εγκατάσταση ποικίλων πληθυσμών, ιδεών κ.λπ. που προσφέρει εναλλακτικές προτάσεις και επινοεί νέες μορφές συνύπαρξης μεταξύ των πολιτών ή επιβάλλει νέα σχήματα που σε εθνικό επίπεδο φαίνεται να είναι συγκρουσιακά, αλλά σε παγκόσμιο επίπεδο είναι πλήρως αποδεκτά.   

Το ερώτημα, λοιπόν, που προκύπτει είναι εύλογο. Πώς αντιλαμβανόμαστε τον ξένο; Έχουμε, άραγε, έτοιμους τους αυριανούς Ευρωπαίους πολίτες για να συνυπάρξουν στη νέα αυτή πραγματικότητα;

Αν χάσουμε την υποχρεωτικότητα του Μαθήματος των Θρησκευτικών, πώς θα μπορέσουμε να αντιδράσουμε σε ακραίες φονταμενταλιστικές φωνές; Είναι δυνατόν το Μάθημα να απευθύνεται μόνο σε ορθοδόξους μαθητές και όλοι οι άλλοι να εξορίζονται από τη σχολική Τάξη; Πώς θα μπορέσουν αυτά τα παιδιά να μάθουν και από μία άλλη πλευρά τον ελληνικό μας πολιτισμό, ως πυρηνικό συστατικό του οποίου αποτελεί η Ορθοδοξία; Γιατί αφαιρούμε το δικαίωμα στη θρησκευτική γνώση και στην ανθρωπιστική Παιδεία από τους νέους του 21ου αιώνα; Φυσικά η Κατήχηση ανήκει αποκλειστικά στην ίδια την Εκκλησία και τις άλλες θρησκευτικές κοινότητες.

Οι συγκρουσιακές καταστάσεις στη γειτονιά μας, αλλά και οι αναλύσεις του σύγχρονου φαινομένου της μετακίνησης των πληθυσμών, επιβεβαιώνουν τη σημασία της γνώσης των άλλων θρησκευτικών κοινοτήτων, ώστε να αποφευχθεί ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός, ο οποίος εμπεριέχει πολλούς κινδύνους για το μέλλον της Χώρας μας, αλλά και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Είμαστε βέβαιοι ότι μέσα από την υποχρεωτικότητα του Μαθήματος των Θρησκευτικών –ενός ενιαίου Μαθήματος για όλους τους μαθητές– μπορεί να επιτευχθεί η ολιστική θεώρηση του άλλου και του διαφορετικού, με τη δημιουργία ελεύθερων και υπεύθυνων πολιτών, οι οποίοι θα δέχονται την ετερότητα και θα υπερασπίζονται τη Δημοκρατία.

Τα χαρακτηριστικά της ελληνικής κοινωνίας αναμένεται να αλλάξουν πολύ γρήγορα. Ο πληθυσμιακός γεωγραφικός χάρτης του τόπου μας αλλάζει κι αυτός. Αλλά θα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι μαζί αλλάζει και το θρησκευτικό τοπίο, το οποίο μπορεί να μάς οδηγήσει σε διάλυση της κοινωνίας, δημιουργώντας εντάσεις ή σε μία ειρηνική συνύπαρξη των λαών. Ένας ενδεχόμενος πόλεμος των θρησκειών δεν είναι πολύ μακριά μας. Αν όντως θέλουμε να είμαστε μια ανοικτή πολυπολιτισμική Χώρα, ίσως κάποιες αποφάσεις μας θα πρέπει να αλλάξουν προς τη σωστή κατεύθυνση.