Στην πρόσφατη συνάντηση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Τούρκο Πρόεδρο Ταγίπ Ερντογάν το κλίμα ήταν αρκετά τεταμένο.

Τον πάγο έσπασε (απρόσμενα) ο σουλτάνος, ρωτώντας τον Κυριάκο για τον ανιψιό του, τον Κώστα Μπακογιάννη με τον οποίο ο υιός Ερντογάν, Νετσμετίν Μπιλάλ, ήταν συμφοιτητές στο JFK School of Government στο πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ. Αυτό το αναφέρω υπό την έννοια ότι ο ίδιος ο Ταγίπ ανήκει στους λεγόμενους «μαύρους» Τούρκους της κατώτερης τάξης, που σπανίως μορφώνονται και ακόμα σπανιότερα φτάνουν σε αξιώματα. Ο ίδιος έπαιζε ποδόσφαιρο στα νιάτα του και κατάφερε να σπουδάσει Διοίκηση Επιχειρήσεων στο μετέπειτα Πανεπιστήμιο του Μαρμαρά, για τον γιο του όμως επέλεξε τη Νο 1 σχολή του καλύτερου πανεπιστημιακού ιδρύματος παγκοσμίως.

Αλλά και στη χώρα μας η συνήθεια των πολιτικών να επιλέγουν το καλύτερο, όσο αφορά την εκπαίδευση των παιδιών τους, είναι διακομματική. Βλέπετε, μπορεί οι πολιτικοί μας (ειδικά οι… προοδευτικοί) να διαρρηγνύουν τα ιμάτια τους για το δημόσιο της εκπαίδευσης χαρακτήρα, αλλά όλα κι όλα, αυτά είναι για τα παιδιά του κοσμάκη, οι ίδιοι τα παιδιά τους τα στέλνουν στα καλύτερα. Φυσικά ιδιωτικά. Η επιλογή τους αυτή έχει πολλές εξηγήσεις, η στήλη θα μείνει στο εκπαιδευτικό κομμάτι. Τα αποτελέσματα του διαγωνισμού PISA που διενεργεί ο ΟΟΣΑ στις πιο ανεπτυγμένες χώρες του κόσμου εξηγούν άριστα.

Όλοι μείναμε στο ότι τα ελληνόπουλα τα πήγαν χειρότερα από κάθε άλλη χρονιά, ότι είναι ένα και πλέον έτος σπουδών πίσω από το μέσο όρο των χωρών που συμμετείχαν (το 15χρονο ελληνόπουλο γνωρίζει σε Φυσική, Μαθηματικά και Κατανόηση Κειμένου όσα το 14χρονο του μέσου όρου, ή το 12χρονο των χωρών που αρίστευσαν).

Εκπλαγήκαμε αρνητικά από το γεγονός ότι 2 στα 10 ελληνόπουλα αδυνατούσαν να επιλύσουν και τα απλούστερα προβλήματα, όμως η ποιοτική εξέταση των συμμετεχόντων ανέδειξε μία άλλη παράμετρο.

Οι μαθητές που προέρχονται από ευνοϊκά κοινωνικοοικονομικά περιβάλλοντα (μορφωμένοι, ευκατάστατοι γονείς κτλ), σημείωσαν καλύτερες επιδόσεις στην κατανόηση κειμένου από όσους προέρχονταν από μη ευνοϊκά κοινωνικοοικονομικά περιβάλλοντα, με διαφορά 84 μονάδων (πάνω από 2 έτη σπουδών), ενώ οι μαθητές των ιδιωτικών σχολείων της χώρας κατατάσσονται πάνω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Δεδομένου ότι και στα ιδιωτικά σχολεία Έλληνες εκπαιδευτικοί δουλεύουν, η απάντηση του εσφαλμένου δημόσιου συστήματος φαντάζει ως η μόνη λογική.  

Η έρευνα εισαγάγει τον όρο «ανθεκτικός μαθητής» που αφορά μαθητές που βρίσκονται στα κατώτερο 1/4 του κοινωνικοοικονομικού δείκτη στη χώρα τους, οι επιδόσεις του όμως τους τοποθετούν στο ανώτερο 1/4 των επιδόσεων στον διαγωνισμό PISA παγκοσμίως. Στην Ελλάδα 18 στα 100 παιδιά ανήκουν στην κατηγορία αυτή (του φτωχού μα άριστου μαθητή). Στην Εσθονία το ποσοστό είναι 48 στα 100, για αυτό και λέμε ότι έχει το καλύτερο εκπαιδευτικό σύστημα. Κατά τη γνώμη μου, αυτούς τους μαθητές αδικεί το δικό μας σύστημα…