Διαβάστε αναλυτικά το Πρωτόκολλο διαχείρισης παιδιών και εφήβων που νοσούν ή εμφανίζουν συμπτώματα κορωνοϊού

Τον επιστημονικά ενδεδειγμένο τρόπο διαχείρισης των παιδιών και των εφήβων που θεωρείται πιθανό να έχουν προσβληθεί από τον νέο κορωνοϊό αλλά και όσων έχει επιβεβαιωθεί η μόλυνση και η νόσηση κατήρτισε η Ελληνική Εταιρία Παιδιατρικών Λοιμώξεων, δίδοντας έτσι το κατάλληλο επιστημονικό εργαλείο στους παιδιάτρους και τους γενικούς γιατρούς για την κλινική εξέταση και παρακολούθηση του συγκεκριμένου πληθυσμού.

Το Πρωτόκολλο διαχείρισης παιδιών και εφήβων εγκρίθηκε από την Επιτροπή Εμπειρογνωμώνων. Την ευθύνη για την σύνταξή του έχει το ΔΣ της Ελληνικής Εταιρείας Παιδιατρικών Λοιμώξεων (Καθηγητές Ε. Γαλανάκης, Α.Μίχος, Β. Παπαευαγγέλου, Ε. Ροηλίδης, Β. Σπούλου, Γ. Συρογιαννόπουλος και Μ.Τσολιά) σε συνεργασία με τους δύο επιπλέον παιδιάτρους της Επιτροπής Εμπειρογνωμώνων, Θ. Ζαούτη και Σ. Λουρίδα.

Τα νεότερα δεδομένα που προστίθενται συνεχώς σχετικά με την αποτελεσματικότητα διαφόρων θεραπειών καθιστούν επιβεβλημένη και την άμεση ενημέρωση του προτεινόμενου αλγόριθμου, επισημαίνει η επιστημονική εταιρία των παιδιάτρων-λοιμωξιολόγων.

Ποιες είναι οι οδηγίες για βρέφη, παιδιά και εφήβους με ύποπτη λοίμωξη από Covid-19

Σύμφωνα με όσα ορίζονται στο σχετικό Πρωτόκολλο, έλεγχος για COVID-19 θα πρέπει να διενεργείται στα παιδιά κάτων των 16 ετών υπό τις εξής προϋποθέσεις:

1. Όταν εμφανίζουν Σοβαρή Οξεία Λοίμωξη του Αναπνευστικού (Severe Acute Respiratory Illness) που χρειάζονται νοσηλεία ή που νοσηλεύονται με πυρετό χωρίς άλλη σαφή αιτιολογία

2. Όταν είναι φιλοξενούμενα σε κλειστές δομές που εκδηλώνουν οξεία λοίμωξη του αναπνευστικού με πυρετό και βήχα ή δύσπνοια

3. Όταν πρόκειται για παιδιά με σοβαρή χρόνια υποκείμενη νόσο (π.χ. χρόνια πνευμονοπάθεια, χρόνιo καρδιαγγειακό νόσημα, σακχαρώδη διαβήτη, σοβαρή ανοσοκαταστολή) που εκδηλώνουν οξεία λοίμωξη του αναπνευστικού με πυρετό και βήχα ή δύσπνοια.

Η κλινική εξέταση του παιδιού και λήψη δείγματος θα πρέπει να διενεργείται σε προκαθορισμένο ιατρείο όπου το ιατρονοσηλευτικό προσωπικό θα πρέπει να φέρει τον απαραίτητο προστατευτικό εξοπλισμό.

Αναφορικά με τη διαχείριση τέτοιων παιδιών, η απόφαση για νοσηλεία εν αναμονή του αποτελέσματος είναι στη κρίση του παιδιάτρου και βασίζεται στην κλινική εικόνα αλλά και το υποκείμενο νόσημα του ασθενή.

Επί ήπιας κλινικής εικόνας είναι προτιμητέα η παραμονή στο σπίτι περιμένοντας το αποτέλεσμα.

Εφόσον αποδειχθεί ότι ο ασθενής είναι θετικός, γίνεται άμεση επικοινωνία και ο ασθενής μπορεί να παραμείνει στο σπίτι με καθημερινή τηλεφωνική επικοινωνία. Αν υπάρξει επιδείνωση, συνιστάται άμεση νοσηλεία.

Στην περίπτωση που το παιδί χρήζει νοσηλείας αυτή θα γίνει και πάλι σε προκαθορισμένο χώρο και η φροντίδα θα γίνει από εκπαιδευμένο προσωπικό που θα φέρει τα απαραίτητα μέσα προστασίας.

Σημειώνεται από τους ειδικούς ότι και ο γονέας που συνοδεύει το παιδί θα πρέπει και αυτός απαραιτήτως να ελεγχθεί για COVID-19 και να τηρεί σχολαστικά όλα τα μέτρα ατομικής προστασίας.

Τονίζεται επίσης ότι επειδή τα περισσότερα ύποπτα κρούσματα τελικά δεν θα επιβεβαιωθούν ως λοίμωξη από COVID-19, θα πρέπει να γίνει προσπάθεια για την κατά το δυνατόν νοσηλεία σε μόνωση όλων των ύποπτων κρουσμάτων και την μετακίνησή τους αργότερα και ανάλογα με το αποτέλεσμα.

Οδηγίες για βρέφη, παιδιά και εφήβους με επιβεβαιωμένη λοίμωξη

Για κάθε βρέφος ή παιδί με επιβεβαιωμένη COVID-19 λοίμωξη θα πρέπει ο γονέας να επικοινωνεί άμεσα με τον παιδίατρό του ή να το προσκομίζει στα ΤΕΠ Νοσοκομείου. Αρχικά θα πρέπει να γίνει ανασκόπηση ατομικού ιστορικού και παρούσας νόσου (διάρκεια νόσου και είδος συμπτωμάτων) και κατά το δυνατόν εκτίμηση κλινικών σημείων.

Στην περίπτωση αρχικής τηλεφωνικής επικοινωνίας και επί υποψίας μέτριας ή σοβαρής συμπτωματολογίας συστήνεται άμεση κλινική εκτίμηση από παιδίατρο.

Η COVID-19 λοίμωξη κατηγοριοποιείται σε:

Α) Ασυμπτωματική,

Β) Με ήπια συμπτωματολογία λοίμωξης ανώτερου αναπνευστικού: πυρετός, βήχας, ρινίτιδα, πονόλαιμος, μυαλγίες, κόπωση. Ο πυρετός μπορεί να απουσιάζει, ενώ κάποιοι ασθενείς εμφανίζουν μόνο συμπτώματα από γαστρεντερικό (ναυτία, εμέτους, διάρροια),

Γ) Μέτριας βαρύτητας ή σοβαρή νόσος: υψηλός πυρετός, παραγωγικός βήχας, ταχύπνοια, βρογχόσπασμος, μειωμένη σίτιση, έντονη καταβολή, δύσπνοια, υποξαιμία, γογγυσμός.

Στα παιδιά υψηλού κινδύνου συγκαταλέγονται:

1. παιδιά με χρόνια πνευμονοπάθεια (κυστική ίνωση, βρογχοπνευμονική δυσπλασία)

2. παιδιά με συγγενή καρδιοπάθεια και σημαντικού βαθμού αιμοδυναμική επιβάρυνση

3. ασθενείς με σοβαρή ανοσοκαταστολή όπως • ογκολογικοί ασθενείς υπό χημειοθεραπεία, • παιδιά μετά από ΜΜΟ ή μεταμόσχευση συμπαγών οργάνων, • παιδιά με SCID ή HIV λοίμωξη και χαμηλά CD4 (ανάλογα με ηλικία ασθενή).

4. βρέφη κάτω των 12 μηνών (σημειώνεται ότι δεν υπάρχει ομοφωνία και πιθανολογείται ότι τα αυξημένα ποσοστά νοσηλείας δεν σχετίζονται απαραίτητα με βαρύτερη κλινική εικόνα).

5. παιδιά με Σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 (σημειώνεται ότι αν και ο ΣΔ αποτελεί ομάδα υψηλού κινδύνου για τους ενήλικες αυτό δεν έχει επιβεβαιωθεί ότι ισχύει και για τα παιδιά).

Αναφορικά με τα παιδιά που λαμβάνουν ιατρογενή ανοσοκαταστολή (βιολογικούς παράγοντες ή και κορτικοστεροειδή) λόγω υποκείμενου νοσήματος, θα πρέπει να αντιμετωπίζονται το καθένα ξεχωριστά σύμφωνα με τη γνώμη του θεράποντα, καθώς μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν δεδομένα ούτε αναφορικά με τη κλινική έκβαση τέτοιων παιδιών εάν νοσήσουν με COVID-19 αλλά ούτε για το όφελος της αντιϊκής αγωγής.

Εργαστηριακός έλεγχος συστήνεται μόνο για νοσηλευόμενους ασθενείς. Ο έλεγχος περιλαμβάνει ανάλογα με την βαρύτητα: γενική αίματος (εκτίμηση λεμφοπενίας), CRP, τρανσαμινάσες ορού, φερριτίνη, τροπονίνη και παράγοντες πήξης. Πιο ειδικές εξετάσεις και απεικονιστικός έλεγχος (Α/α θώρακα, CT πνεύμονος) κατά τη κρίση του θεράποντος.

Τα επιβεβαιωμένα κρούσματα θα πρέπει να νοσηλεύονται σε διαφορετικό χώρο νοσηλείας από τα ύποπτα. Απαραίτητος είναι ο έλεγχος του γονέα που συνοδεύει το παιδί. Στην περίπτωση που οι νοσηλευτικές μονάδες δεν έχουν θαλάμους με αρνητική πίεση θα πρέπει να υπάρχει μέριμνα ώστε ο χώρος νοσηλείας να διαθέτει ξεχωριστή είσοδο ή τουλάχιστον θα πρέπει να γίνει διακοπή ανακύκλωσης του αέρα του/των συγκεκριμένων θαλάμων αν είναι εφικτό.