Η παγκόσμια πανδημία του κορωναϊού που απειλεί την ανθρωπότητα χαρακτηρίζεται από πολλούς σαν μία συγκυρία αντίστοιχη με τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο. Με τον εχθρό ωστόσο να είναι αόρατος δια γυμνού οφθαλμού αλλά τις συνέπειες να είναι εξίσου καταιγιστικές τόσο σε ανθρώπινες ζωές όσο και στην παγκόσμια οικονομία.

Υπάρχει μία βασική διαφορά στην οικονομική ζωή σε καιρό πολέμου από ότι σε καιρό πανδημίας. Σε καιρό πολέμου οι κυβερνήσεις δεν προσπαθούν να περιορίσουν την οικονομική δραστηριότητα και η οικονομία βρίσκει στήριξη από τον κλάδο της πολεμικής βιομηχανίας και των λοιπών κλάδων που υποστηρίζουν τα στρατεύματα.

Σε καιρό πανδημίας όμως οι κυβερνήσεις προσπαθούν να περιορίσουν τη διασπορά του ιού περιορίζοντας την οικονομική δραστηριότητα. Ο φόβος κυριαρχεί παντού περιορίζοντας ακόμη δραστικότερα τη ζήτηση. Οι καταναλωτές φοβούνται και σταματάνε να ξοδεύουν, οι επιχειρήσεις, όσες δεν σταματάνε ενετελώς τη δραστηριότητα τους, αλλάζουν εργασιακά μοντέλα και περικόπτουν τις επενδύσεις.

Με τον κίνδυνο της υπεραπλούστευσης, διακρίνουμε δύο φάσεις :

Φάση 1 : ο πόλεμος. Η επιδημία βρίσκεται σε πλήρη δράση. Η ζήτηση στην οικονομία πέφτει δραματικά. Η πτώση οφείλεται στο κλείσιμο επιχειρήσεων που επιβάλλεται από τις κυβερνήσεις και από το φόβο των καταναλωτών. Η φάση 1 αναμένεται να κρατήσει ένα ή το πολύ δύο τρίμηνα.

Φάση 2 : η μεταπολεμική ανάκαμψη. Η επιδημία τίθεται τελικά υπό έλεγχο με φάρμακα/εμβόλια, μερική ανοσία του πλήθους και συνεχίζονται για κάποιο διάστημα λιγότερο αυστηρά περιοριστικά μέτρα. Η οικονομία επιστρέφει σταδιακά στην κανονικότητα.

Η επιτυχία στον ρυθμό ανάκαμψης εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τα μέτρα που θα ληφθούν κατά της διάρκεια της φάσης 1. Στη φάση 1 το μεγαλύτερο ρίσκο είναι η απώλεια μεγάλου αριθμού θέσεων εργασίας. Οι πλέον ευάλωτες επιχειρήσεις είναι οι μικρομεσαίες, πολλές από τις οποίες θα αντιμετωπίσουν μηδενική ζήτηση και θα οδηγηθούν αναπόφευκτα σε απολύσεις προσωπικού. Μετά από την κορύφωση της επιδημίας, η υψηλή ανεργία θα οδηγήσει σε ένα δεύτερο κύμα ύφεσης στην οικονομία. Γι’ αυτό είναι πολύ σημαντικό η διάρκεια της πρώτης φάσης να είναι όσο το δυνατόν μικρότερη, να περιοριστούν τα κλεισίματα επιχειρήσεων και να χαθούν όσο το δυνατόν λιγότερες θέσεις εργασίας.

Σε περιόδους κρίσεων όπως αυτή που βιώνουμε σήμερα, η δημοσιονομική πολιτική είναι αυτή που μπορεί να κάνει τη διαφορά. Η μείωση των επιτοκίων δεν αυξάνει τη ζήτηση σε συνθήκες lockdown. Κανείς δεν θα αποφασίσει για παράδειγμα να πάει διακοπές επειδή μειώθηκαν τα επιτόκια, ούτε θα βοηθηθούν ιδιαίτερα οι μικρές επιχειρήσεις. Η βοήθεια χρειάζεται στις ταμειακές τους ροές και στην ελάφρυνση των τρεχουσών λογαριασμών / υποχρεώσεων. Η δημοσιονομική πολιτική πρέπει να είναι απόλυτα στοχευμένη, περιορίζοντας τους φόρους, παρέχοντας επιχορηγήσεις, ελαφρύνοντας τις εισφορές και δίνοντας κρατικές εγγυήσεις για χαμηλότοκα δάνεια. Μόνο τέτοιου είδους μέτρα μπορεί να βοηθήσουν να διατηρηθούν κάποιες θέσεις εργασίας.

Οι κεντρικές τράπεζες στην παρούσα φάση μπορούν να βοηθήσουν παρέχοντας ρευστότητα στο σύστημα ώστε να αποφευχθεί μία πιστωτική κρίση και να μπορέσουν οι κυβερνήσεις να βρίσκουν εύκολα χρηματοδότηση μέσω έκδοσης νέων ομολόγων για να στηρίξουν τη χαλαρή δημοσιονομική τους πολιτική. Επίσης να διασφαλίσουν στις μεγάλες εταιρείες φθηνό δανεισμό.

Κατά τη δεύτερη φάση, όταν ο φόβος του κοροναϊού θα έχει πλέον παρέλθει και η οικονομία θα βρίσκεται ξανά στο δρόμο της ανάκαμψης, τα παραδοσιακά εργαλεία παροχής κινήτρων θα αποκτήσουν ξανά τη συνήθη τους δυναμική και η νομισματική πολιτική θα μπορεί να βοηθήσει εξίσου αποτελεσματικά την ανάκαμψη της οικονομίας.

Αξίζει να επισημάνουμε ότι τα προγράμματα πρόσθετου δανεισμού προς επιχειρήσεις με κρατικές εγγυήσεις, που έχουν ήδη ξεκινήσει σε αρκετές χώρες, θα βοηθήσουν μεν αλλά όχι στον ίδιο βαθμό όλες τις εταιρείες. Η αποτελεσματικότητα του μέτρου αυτού εξαρτάται από το πόσο έχει πληγεί ο κλάδος της οικονομίας στον οποίο ανήκει η επιχείρηση. Η καταναλωτική συμπεριφορά διακρίνεται σε τρεις κατηγορίες. Στην πρώτη κατηγορία ανήκει το 60% περίπου της κατανάλωσης και αφορά τα βασικά είδη διαβίωσης όπως π.χ. τα είδη διατροφής. Η κατηγορία αυτή πλήττεται λιγότερο ή καθόλου από την κρίση. Στη δεύτερη κατηγορία κατατάσσεται το 15% περίπου της κατανάλωσης και αφορά κατανάλωση η οποία αναβάλλεται λόγω της κρίσης για αργότερα. Είναι κατανάλωση η οποία θα λάβει χώρα μόλις οι συνθήκες το επιτρέψουν.

Το υπόλοιπο 25% είναι η λεγόμενη χαμένη κατανάλωση. Αν π.χ. κάποιος δεν πάει ένα ταξίδι σήμερα, δεν θα πάει δύο ταξίδια μετά το τέλος της κρίσης. Οι εταιρείες που δραστηριοποιούνται σε κλάδους της οικονομίας που θα αντιμετωπίσουν χαμένη κατανάλωση οφελούνται πολύ λιγότερο από τη λήψη πρόσθετου τραπεζικού δανεισμού. Η ομαλοποίηση της ζήτησης στο μέλλον θα τους επιτρέψει να εξυπηρετούν τις τρέχουσες υποχρεώσεις και όχι απαραίτητα τον πρόσθετο δανεισμό. Αυτές οι επιχειρήσεις θα βοηθηθούν αποτελεσματικά μόνο μέσα από κατευθείαν επιχορηγήσεις. Στη χώρα μας θα αντιμετωπίσουμε έντονα αυτό το φαινόμενο ειδικά με τις εταιρείες που είναι εκτεθειμένες στο τουριστικό προϊόν, αφού η χαμένη ζήτηση στην περίοδο της κρίσης δεν αντικαθίσταται.

Η διαδικασία της ανάκαμψης θα είναι σίγουρα μία διαδικασία με πολλές προκλήσεις, που θα περιλαμβάνει υψηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους και πιθανότατα νέους τομείς της οικονομίας να τίθενται υπό κρατικό έλεγχο. Είναι η περίοδος όπου οι φιλελεύθεροι μετατρέπονται σε σοσιαλιστές.

Ας ευχηθούμε να περάσει γρήγορα η πρώτη φάση και τα μέτρα που λαμβάνονται κατά τη διάρκεια της να περιορίσουν όσο το δυνατόν τις απώλειες θέσεων εργασίας ώστε η ανάκαμψη να είναι ταχύτερη και ομαλότερη.

 

Μηνάς Παπαδάκης

MBA, DIC

Διευθύνων Σύμβουλος Ο.Λ.Η.