Αναφέρθηκε η χθεσινή στήλη στην κατάντια της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης στην πατρίδα μας, με τέσσερα στα δέκα Πανεπιστημιακά Τμήματα να δέχονται εισακτέους που έγραψαν κάτω από τη βάση και μόλις ένας στους δέκα φοιτητές να παίρνει στο τέλος του χρόνου πτυχίο. Κατέληγε πως «Οι νέοι και απαίδευτοι φοιτητές αδυνατώντας να παρακολουθήσουν τα μαθήματα τους καταφεύγουν στον μοναδικό τρόπο μάθησης που γνωρίζουν: το φροντιστήριο. Προσπαθούν με αυτό τον τρόπο, όπως ακριβώς κάνουν από μικρά παιδιά, να τα κουτσοκαταφέρουν, έστω και χωρίς τους ψηλούς βαθμούς του σχολείου. Βλέπετε, τώρα δεν γίνεται οι γονείς να «πιάνουν» τους καθηγητές για καλύτερους βαθμούς, αν και διόλου απίθανο να το δούμε και αυτό. Μοναδική λύση η αυτενέργεια, να μάθουν τα παιδιά από μικρά να «δουλεύουν» μόνα τους.»

Η αυτενέργεια δεν είναι κατάσταση μαγική, είναι απλά μια καλλιεργούμενη δεξιότητα, κάτι που τα παιδιά μαθαίνουν στα πρώτα τους χρόνια. Εδώ θα αναφερθούμε στην απόκτηση αυτενέργειας στην εκπαιδευτική διαδικασία όπως από το 1997 συμβαίνει στα οικογενειακά εκπαιδευτήρια. Η επιτυχία είναι πολυπαραγοντική, εξαρτάται και από την προσωπικότητα του παιδιού, αν όμως υπάρχει καλή συνεργασία με την οικογένεια, αν και οι δύο γονείς ακολουθούν σταθερά κοινή γραμμή, τότε τα πράγματα γίνονται απλά.

Η δράση αφορά στη δυνατότητα να μείνουν τα μικρά παιδιά να διαβάσουν με την επίβλεψη μας, σε ειδικούς χώρους μελέτης (study rooms). Εκεί τα μικρά παιδιά (αλλά και μεγαλύτερα, που τους αρέσει και μένουν) κάνουν συνεχώς αυτό που γνωρίζουν καλύτερα: ρωτούν. «Κυρία τι λέει εδώ;» η συνηθέστερη ερώτηση, με τη απογοητευμένη διαπίστωση «αυτό δεν το κατάλαβα…» να ακολουθεί από κοντά. Η γεμάτη δίκαιη αγανάκτηση διαμαρτυρία «Αυτή τη λέξη δεν την έχουμε μάθει!» συμπληρώνει την τριάδα των «καθιερωμένων» ερωτήσεων. 

Το κρίσιμο σημείο είναι η δυνατότητα διάκρισης μεταξύ πραγματικού προβλήματος και παιδικής πίεσης. Δεν είναι κάτι δύσκολο, αφού συνήθως μια επανάληψη, μια δεύτερη ανάγνωση της ερώτησης και του παραδείγματος από το παιδί αποτέλεσμα έχουν ένα μακρόσυρτο αααααα!!! Αυτό που τα παιδιά θέλουν είναι η απάντηση και αυτή δεν την παίρνουν, δεν πρέπει να την πάρουν, πρέπει να την βρουν. Αυτό είναι κρίσιμο. Όσο αφορά στις «άγνωστες» λέξεις είναι το ελιξίριο της έρευνας, αφού με αυτές τα παιδιά μαθαίνουν να ερευνούν, να ψάχνουν στο γλωσσάρι του βιβλίου τους να βρουν την λέξη που θέλουν. 

Αυτά και άλλα παρόμοια συνθέτουν αυτό που αποκαλούμε «Μαθαίνω πώς να μαθαίνω», μια κατάσταση που αν βρεθείς τα πάντα γίνονται ευκολότερα, καθώς έχεις μάθεις να κάνεις πράγματα και όχι να τα περιμένεις έτοιμα. Όπως εύκολα κάποιος διαπιστώνει το «μυστικό» μας δεν είναι μυστικό, περισσότερο είναι μια απλή διαδικασία που όμως απαιτεί σταθερότητα. Αν δώσουμε στα παιδιά το ευχάριστο περιβάλλον, τα κατάλληλα κίνητρα και την σταθερότητα στη διαδικασία, το «Μαθαίνω πώς να μαθαίνω» γίνεται παρακαταθήκη ζωής.