Οι σύγχρονες δημοκρατικές κοινωνίες τόσο σε εθνικό όσο και σε τοπικό επίπεδο δεν πρέπει να κυριαρχούνται από διχοτομικές λογικές ιδιαίτερα όσο αφορά την θεσμική τους λειτουργία. Ένας λόγος λοιπόν για να κάνουμε αποτελεσματική την λειτουργία μιας τοπικής κοινότητας, είναι να αποφεύγεται ο κατακερματισμός του τοπικού συστήματος και η δημιουργία θεσμών που να επιτρέπουν την συνεργασία, τον συντονισμό και τον μόνιμο διάλογο μεταξύ τους.

Αυτό μπορεί να διασφαλιστεί αν ο στρατηγικός τοπικός φορέας που ασκεί το κυρίαρχο ρόλο στη Τοπική Ανάπτυξη - ο Δήμος σε ένα τοπικό σύστημα - αναλάβει την διαμεσολάβηση και θεσμική θωράκιση του, που να διασφαλίζει την διαρκή διαβούλευση μεταξύ των Τοπικών Φορέων με την κοινωνία των πολιτών. Έτσι η διαβούλευση αποκτά οργανωμένο χαρακτήρα, χρονικά προσδιορισμένο και κάνει ουσιαστική την λήψη αποφάσεων για τοπικά θέματα διασφαλίζοντας την ουσία της δημοκρατικής λειτουργίας μιας τοπικής κοινότητας.  

Ένα τέτοιο θεσμικό αντίβαρο είχαμε επιχειρήσει να δημιουργήσουμε στο Δήμο αν και άτυπο, και είχε ψηφιστεί ομόφωνα από το Δημοτικό Συμβούλιο την περίοδο της προηγούμενης δημοτικής αρχής. Αφορούσε την δημιουργία μιας μόνιμης ομάδας από εκπροσώπους των βασικών Φορέων και Επιμελητηρίων της ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ ΟΜΑΔΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΟΠΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ που στη δημιουργία της και την συμμετοχή τους υπήρχε κατά αρχήν  συμφωνία όλων των εμπλεκόμενων φορέων. Δυστυχώς αυτή η καινοτόμα πράξη δεν είχε συνέχεια στην εφαρμογή της. 


Ανάλογες εμπειρίες έχουν λειτουργήσει αποδοτικά και αποτελεσματικά στις περισσότερες χώρες της ΕΕ. Εδώ  και χρόνια έχουν θεσμοθετηθεί αποκεντρωμένα συστήματα σε Περιφερειακό ή Τοπικό επίπεδο. Έτσι τα βασικά υποκείμενα της αποκεντρωμένης δημοκρατίας είναι οι Περιφερειακές αρχές και οι Δήμοι. Αυτές οι αρχές όπως είναι προφανές ενισχύουν μορφές αμεσο-δημοκρατίας και σε τελευταία ανάλυση την ίδια την δημοκρατική λειτουργία μιας κοινότητας αφού φέρνουν πολύ πιο κοντά το πολίτη με την διαχείριση των τοπικών υποθέσεων του.  Βεβαία η χώρα μας στερεί σοβαρά σε θεσμούς αποκέντρωσης και συνεχίζει να έχει ένα από τα πλέον συγκεντρωτικά κρατικά συστήματα, περιορίζοντας σημαντικά πόρους και αρμοδιότητες σε αποκεντρωμένους φορείς Περιφερειακής και Τοπικής Αυτοδιοίκησης.  

Έτσι στην αντιμετώπιση τοπικών προβλημάτων σε πολλές περιπτώσεις κυριαρχεί η προχειρότητα και ο λαϊκισμός, λόγω της λειτουργίας των αιρετών σε ένα τοπικό σύστημα, ως διαμεσολαβητών μεταξύ κεντρικής εξουσίας και τοπικής κοινότητας, εξ αιτίας των περιορισμένων ρόλων και αρμοδιοτήτων τους και της μεγάλης εξάρτησης τους από το κεντρικό κράτος (υπηρεσίες) και την εκάστοτε πολιτική εξουσία. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα τελευταία είκοσι χρόνια έχουν γίνει προσπάθειες αποκέντρωσης και στη χώρα μας, αλλά τα βήματα είναι μικρά σε σχέση με τις σύγχρονές ανάγκες και την ίδια την θεσμική οργάνωση των περισσότερων χωρών  της ΕΕ.

Αυτό στερεί το τοπικό σύστημα από την αναγκαία σύγχρονη οργάνωση στον Σχεδιασμό – Προγραμματισμό της Τοπικής Ανάπτυξης με επιστημονικά  κριτήρια, που γνώρισε σημαντική πρόοδο στις χώρες της ΕΕ από τα τέλη του 80 και ιδιαίτερα την δεκαετία του 90. Εμείς μείναμε προσκολλημένοι κύρια στο ρόλο της ικανότητας διαμεσολάβησης των αιρετών σε τοπικό ή περιφερειακό επίπεδο με την κεντρική εξουσία που στην ουσία η αποτελεσματικότητα τους εξαρτιόταν από την κομματική ταυτότητα αν ήταν από το ίδιο πολιτικό κόμμα και όχι την θεσμική αυτοτέλεια και οργάνωση ενός τοπικού συστήματος.      

Αυτό επέτρεψε των κατακερματισμό των πόρων που κύρια προερχόταν από το κεντρικό κράτος και εξυπηρετούσαν την ικανότητα της πολιτικής διαμεσολάβησης των τοπικών παραγόντων σε μια λογική πελατειακής εξυπηρέτησης από το εκάστοτε κόμμα εξουσίας προς την τοπική εξουσία. 
Η μη ικανότητα σχεδιασμού και προγραμματισμού των έργων είχε σαν αποτέλεσμα την διασπάθιση πόρων, σε πολλές περιπτώσεις την μη ολοκλήρωση τους ή την ελλιπή χρηματοδότηση τους σε πόρους που τελικά κατέληγαν στη μαύρη τρύπα, αφού τα έργα δεν μπορούσαν να ολοκληρωθούν ή σε άλλες περιπτώσεις που ολοκληρωνόταν χωρίς όμως να εξασφαλίζεται η βιωσιμότητα τους. 

Παράλληλα σε ορισμένες περιπτώσεις επιτρέπει να διασύρεται και να ευτελίζετε η αρχή της δημοκρατικής λειτουργίας από διάφορους αλληλέγγυους που κατά κόρον χρησιμοποιούν τις μορφές  βίας για την επιβολή των απόψεων τους. Και μια από αυτές είναι και οι καταλήψεις. Το τι αποτελέσματα μπορεί να έχουν τέτοια φαινόμενα, προκύπτει καθαρά  από την κατάληψη των κτιρίων του Πολυτεχνείου της Μεραρχίας και τα όσα αναφέρονται στην ιστορική αναδρομή που έκανε η σύγκλητος στην τελευταία δημόσια τοποθέτηση της.   

Η αδυναμία αξιοποίησης περιουσιακού στοιχείου του, από το ίδιο το Νομικό Πρόσωπο όπως είναι το Πολυτεχνείο Κρήτης που μάλιστα είναι κατοχυρωμένος ό αυτοδιοίκητος του χαρακτήρα σαν ΑΕΙ, με το Δήμο Χανίων μάλιστα να συμβάλλει στην αποτροπή με το πρόσχημα διαφωνίας στην χρήση του, αποτελεί μια πολύ σοβαρή κρίση και προβληματική λειτουργία στο τοπικό μας σύστημα,  όταν μάλιστα δεν έχει την ευθύνη εξασφάλισης των πόρων προς το ίδρυμα για τις ανάγκες του.     

  • Ο Μιχάλης Αρτεμάκης είναι οικονομολόγος