Το 1989, στην Τσεχία, πραγματοποιήθηκε μια σειρά αντιστασιακών δράσεων, που έμειναν στην ιστορία ως «Βελούδινη Επανάσταση». Αν και μάλλον ελάχιστοι Έλληνες θα γνωρίζουν για αυτή, είναι πολύ πιθανό πολλοί να ξέρουν ένα σλόγκαν της επανάστασης που έμεινε χαραγμένο σε μια πλακέτα: «Αν όχι τώρα, πότε; Αν όχι εμείς, ποιοι;»

Σλόγκαν με μεγάλη δύναμη και πολλά υποβόσκωντα μηνύματα, μάλλον περισσότερα σχετικά με τη δράση του κάθε ατόμου ως πολίτης μιας κοινωνίας και της ευθύνης του να ωθήσει, όπως μπορεί, τα πράγματα προς το καλύτερο. Σίγουρα και με αυτή την έννοια σηκώνει πολλή κι εποικοδομητική συζήτηση, για αυτό το κείμενο όμως, θα ήθελα να εστιάσω σε αυτά που κάνουμε (και δεν κάνουμε) για κανέναν άλλο, παρά για τον εαυτό μας.

Τόσο ως ψυχολόγος, ερχόμενος σε επαφή με συμβουλευόμενους, όσο και ως κοινωνικός παρατηρητής, παρατηρώντας τους ανθρώπους γύρω μου, έχω αντιληφθεί μία τάση που δυστυχώς έχουμε. Να αποφεύγουμε να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματά μας, όσα «μας χαλάνε» και μας κάνουν τη ζωή δύσκολη. Άλλοι εθελοτυφλούν, επιλέγοντας να μην τα βλέπουν καν, όσο κι αν είναι μπροστά στα μάτια τους, όσο κι αν, αργά και σταθερά, μέρα με τη μέρα, τους κατατρώνε. Και απλά μελαγχολούν και παραπονιούνται για τη ζωή τους, που δεν είναι όπως θέλουν, αλλά δεν ξέρουν και τι ακριβώς της λείπει. Όλα και τίποτα, ταυτόχρονα.

Άλλοι πάλι, βλέπουν και γνωρίζουν τι δεν πάει καλά, μα δεν κάνουν τίποτα για να το διορθώσουν. Θέλουν να αλλάξει, ναι, σίγουρα. Αλλά να γίνει αυτό διά μαγείας. Δεν είναι πρόθυμοι να κάνουν τις απαιτούμενες θυσίες και να καταβάλουν την απαιτούμενη προσπάθεια. Τα αγαθά κόποις κτώνται, άλλωστε, γνωστό από την εποχή των αργαίων Ελλήνων. Αντ’ αυτού, λοιπόν, κάθονται απλά και παραπονιούνται, στους άλλους και, κυρίως, στον εαυτό τους, για αυτά που δεν τους αρέσουν. Ή έστω, νομίζουν ότι δεν τους αρέσουν, γιατί έχω πάντα τις αμφιβολίες μου για αυτό, όταν δεν βλέπω καμία προσπάθεια του ατόμου να τα αλλάξει. Το μόνο σίγουρο, πάντως, είναι αυτό, ότι δεν κάνουν καμία τέτοια προσπάθεια, ή, τουλάχιστον, κάνουν πολύ μικρή, ανίκανη να οδηγήσει σε αποτέλεσμα.

Γιατί συμβαίνει αυτό; Μπορούν να είναι πολλοί οι λόγοι. Ένας, όπως ήδη ανέφερα, είναι το άτομο να μη θέλει να αλλάξει. Είτε επειδή η παρούσα κατάσταση το εξυπηρετεί με κάποιον τρόπο, είτε γιατί η αλλαγή της απαιτεί τόσο κόπο (ή και άλλους πόρους, όπως χρόνο, χρήματα κλπ), που την καθιστά ασύμφορη, στο μυαλό του. Δεν είναι τόσο παράλογο το να μη θέλει και να μην το ξέρει, αρκετές φορές νιώθουμε πράγματα που δεν έχουμε πλήρη, ή και καθόλου, επίγνωσή τους. Είναι όμως χρήσιμο, να το αντιληφθεί τελικά αυτό, προκειμένου να πάψει να υποφέρει και να παραπονιέται. Ένας άλλος λόγος για να μη θέλει κάποιος να αλλάξει μία κατάσταση, είναι να μην έχει αυτοπεποίθηση, να μην νιώθει ότι μπορεί να το κάνει. Είναι κι αυτό, δυστυχώς, ένα συχνό πρόβλημα, που απαιτεί επίσης πολλή δουλειά με τον εαυτό μας, ώστε να ξεπεραστεί.

Τέλος, ένας τρίτος λόγος, μπορεί να είναι κι ο φόβος του ατόμου για το άγνωστο. Μπορεί η παρούσα κατάσταση να μην το ικανοποιεί, παρ’όλ’αυτά, να φοβάται να την αντικαταστήσει με μία που, μπορεί να είναι καλύτερη, αλλά μπορεί και χειρότερη. Τα λεγόμενα “comfort zones”, οι φυλακές που οι ίδιοι φτιάχνουμε για τους εαυτούς μας. Φυσικά, μπορεί να υπάρχει και κάποιος συνδυασμός των παραπάνω.

Σε κάθε περίπτωση, είναι καλό να αρχίσουμε σιγά-σιγά να αναλαμβάνουμε δράση και να παίρνουμε τη μοίρα μας στα χέρια μας. Να κάτσουμε με τον εαυτό μας, αν μη τι άλλο (το ιδανικό είναι όλοι μας να έχουμε έναν προσωπικό ψυχολόγο να μας βοηθάει αλλά στην Ελλάδα είμαστε νοοτροπιακά πίσω -και- σε αυτό), να σκεφτούμε τι θέλουμε τελικά από τη ζωή μας, τι θέλουμε να κρατήσουμε και τι να αλλάξουμε. Να εκπονήσουμε ένα σχέδιο δράσης για τις αλλαγές που θέλουμε να πετύχουμε, να πάρουμε απόφαση τις όποιες δυσκολίες μπορεί να συνεπάγεται η τήρησή του και να το ακολουθήσουμε. Να οπλιστούμε με θάρρος, αυτοπεποιήθηση και με τη συνειδητοποίηση ότι, είναι πολύ πιθανό, να μην τα καταφέρουμε με την πρώτη κι ότι είναι απόλυτα λογικό αυτό, να μας πεισμώνει η αποτυχία κι όχι να μας απογοητεύει. Να σταματήσουμε να μιλάμε, να γκρινιάζουμε, να μιζεριάζουμε, και να αρχίσουμε να πράττουμε, να προσπαθούμε, να αλλάζουμε. 

Ξέρω καλά ότι στην πράξη είναι πολύ πιο δύσκολα όλα αυτά, από ότι στα λόγια. Θα απαντήσω με δύο ρητά, που χρησιμοποίησα και παραπάνω. 1) Τα αγαθά κόποις κτώνται, 2) Αν όχι τώρα, πότε; Αν όχι εμείς, ποιοι;

  • Ο Γεώργιος Σφακιανάκης είναι ψυχολόγος