«Τη στιγμή που πήγαμε στο πατρικό του φερόμενου ως δράστη, για την προσαγωγη, ήταν πολύ αναστατωμένος, σχεδόν είχε δάκρυα στα μάτια"

Συνεχής ενημέρωση

Σε εξέλιξη βρίσκεται στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Ρεθύμνου, η δίκη της πολύκροτης υπόθεσης δολοφονίας της Suzanne Eaton, στα Χανιά, που είχε συγκλονίσει την κοινή γνώμη και στο εσωτερικό της χώρας όσο και στο εξωτερικό. Η δίκη άρχισε με την αποδοχή από την πλευρά του κατηγορουμένου, όλων των κατηγορίων που τον βαραίνουν. Στη συνέχεια κατέθεσε η αδερφή του θύματος που περιέγραψε τη δεινή ψυχολογική κατάσταση στην οποία βρίσκεται η οικογένεια της Suzanne Eaton.

Ο κατηγορούμενος είχε αναφέρει στους αστυνομικους, οτι ανώτερες δυνάμεις τον οδήγησαν σε αυτές τις πράξεις

Συγκλονιστική ήταν η περιγραφή του αστυνομικού της Υποδιεύθυνσης Ασφαλείας Χανίων, που ασχολήθηκε με την εξιχνίαση της υπόθεσης και συμμετείχε στις έρευνες από την πρώτη ημέρα της δήλωσης της εξαφάνισης.

Η έρευνα ξεκίνησε από το υλικό των καμερών που έδειξε ότι την τελευταία φορά το θύμα εθεάθη με αθλητική περιβολή να φεύγει προς τα Αφράτα. Το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου εντοπίστηκε από την κάμερα της Ορθόδοξου Ακαδημίας Κρήτης. «Ξεκινήσαμε την έρευνα όλων των προσώπων που είχαν φυσική παρουσία στον συγκεκριμένο χώρο. Από τις κάμερες είχαμε δει το λευκό αυτοκίνητο (του κατηγορουμένου) που ήταν ιδιαίτερο αμάξι. Τον καλέσαμε να καταθέσει καθώς ήταν ένας από τους υπόπτους. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε απασχολήσει τις αρχές μέχρι εκείνη τη στιγμή. Ο ίδιος μας αποκάλυψε ότι στο παρελθόν είχε προσπαθήσει να παρενοχλήσει γυναίκες με το αυτοκίνητο του, οι οποίες δεν είχαν καταγγείλει κάτι στην αστυνομία, ενώ μας υπέδειξε και τα σημεία όπου είχε γινει η προσπάθεια παρενόχλησης»

Οι αρχές οδηγήθηκαν στο σημείο μετά τις υποδείξεις του κατηγορούμενου. Μάλιστα οι αστυνομικοί έφτασαν εκεί μαζί με εθελοντές που ασχολούνται με σπήλαια. «Δεν θα μπορούσαμε να μπούμε στον χώρο αν δεν κρατούσαμε ο ένας τον άλλο, ήταν πολύ δύσκολη η πρόσβαση ειδικά στην είσοδο».

Επιπλέον, ο αστυνομικός, τόνισε ότι η συμπεριφορά του κατηγορουμένου ήταν από την αρχή περίεργη, είχε πολύ άγχος. "Την στιγμή που πήγαμε στο πατρικό του για την προσαγωγη, ήταν πολύ αναστατωμένος, σχεδόν είχε δάκρυα στα μάτια. Στη συνέχεια πήγαμε στο τμήμα για να απολογηθεί και ενώ είχε πέσει ήδη σε αντιφάσεις, στην αρχή απέκρυψε την πράξη του. Μετά την προανακριτική απολογία πήγαμε για αυτοψία στον χώρο και έπειτα στη δεύτερη προανακριτική απολογία, ανέφερε όχι μόνο ότι σκότωσε το θύμα αλλά ότι το βίασε κιόλας κάτι που στην αρχή το είχε αποκρύψει." Μάλιστα ο κατηγορούμενος είχε αναφέρει στους αστυνομικους, οτι ανώτερες δυνάμεις τον οδήγησαν σε αυτές τις πράξεις καθώς ασχολείτο με τον σατανισμό.

Στη συνέχεια της δίκης, η πρόεδρος ανέγνωσε τη συνοπτική προκαταρκτική ιατροδικαστική έκθεση καθώς και την κατάθεση δυο γυναικών που φέρεται να είχε χτυπήσει με το αυτοκινήτό του στο παρελθόν, ο κατηγορούμενος.

Η πραγματογνωμοσύνη των ψυχιάτρων για τον κατηγορούμενο

Σύμφωνα με την ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη που αναγνώστηκε στο δικαστήριο, ο κατηγορούμενος διάβαζε παραφυσικά ενώ ασχολείτο με πολεμικές τέχνες. Περιέγραψε ότι έκανε το έγκλημα καθώς άκουγε φωνές που του έλεγαν να κάνει τη συγκεκριμένη πράξη. Μάλιστα, την εποχή του εγκλήματος δεν ήταν σε διατάραξη πνευματικής λειτουργίας, έχει αντικοινωνική συμπεριφορά, ενώ τονίστηκε στην έκθεση ότι ο κατηγορουμενος λέει ψέμματα με αξιοθαύμαστο τρόπο. Παράλληλα, διαπιστώθηκε ότι υπάρχει απουσία οξείας ψυχοπαθολογίας και διαταραχής προσωπικότητας και ότι ο ίδιος συχνά ψεύδεται. Όπως τόνισε η δικηγόρος της οικογένειας του θύματος, η απουσία ψυχοπαθολογικής διαταραχής διαπιστώθηκε τόσο από εξέταση ψυχιάτρων όσο και από την εξέταση στην οποία υποβλήθηκε ο κατηγορούμενος στην ψυχοπαθολογική κλινική του ΕΚΠΑ.

Η βαριά κατάθλιψη της μητέρας

Από την πλευρά της υπεράσπισης του κατηγορουμένου κλήθηκε ως μάρτυρας η ψυχολόγος που εργάζεται στα δημοτικά ιατρεία του Αιγάλεω, η οποία έκανε συνεδρίες με τη μητέρα του κατηγορουμένου. Η μητέρα του, φιλοξενείτο σε σπίτι στο Αιγάλεω γιατί ήθελε να είναι κοντά στον γιο της. Οπως τόνισε η ψυχολόγος, η μητέρα είχε συμπτώματα βαριάς κατάθλιψης. Παράλληλα, η ψυχολόγος ανέφερε ότι είχε μιλήσει τρεις φορές με τον κατηγορούμενο στο τηλέφωνο και είχαν συζητήσει για τις εξετάσεις στις οποίες είχε υποβληθεί ο ίδιος από τους ψυχιάτρους. Η μητέρα ήθελε να μάθει τι συνέβαινε με το παιδί της και είχε προσκομίσει στην ψυχολόγο, την ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη και τα γράμματα που λάμβανε από τον γιο της μετά το συμβάν και ενώ ήταν κρατούμενος. Είχε αναφέρει στην ψυχολόγο ότι ο γιος της ήταν ένα παιδί ιδιαίτερο που αγαπούσε τη φύση και είχε στραφεί προς τον βουδισμό. Επίσης, της είχε πει ότι ο γιος της μια εβδομάδα πριν το συμβάν είχε κλειστεί στον εαυτό του. Η ψυχολόγος με τα στοιχεία που είχε στη διάθεσή της έκρινε ότι ο κατηγορούμενος έχει διαταραγμένη σκέψη και συνείδηση, αδυναμία συγκέντρωσης και διάσπαση προσοχής. Επιπλεον, τόνισε ότι ο κατηγορουμενος μέσα στη φυλακή, είχε παραισθήσεις, έβλεπε μορφές, άκουγε φωνές ενώ έγραψε πολλά γράμματα στη μητέρα του στα οποία ανέφερε στοιχεία για το έγκλημα.