Απότομες κορυφές, οροπέδια, κούμοι, καταφύγια και ένα φυσικό περιβάλλον βγαλμένο από ταινία συνθέτουν το τοπίο της μεγαλύτερης οροσειράς του νησιού

Αν μπορούσε κανείς να περιγράψει με απλά λόγια τι σημαίνουν τα Λευκά Όρη της Κρήτης, θα χρησιμοποιούσε τις παραπάνω λέξεις, που όμως θα ήταν πολύ φτωχές για να αποτυπώσουν την πραγματική μαγεία και την ομορφιά του τοπίου.

Ενός τοπίου που έχει δημιουργηθεί μέσα από μία διαδικασία γεωλογικής εξέλιξης πολλών εκατομμυρίων ετών και σήμερα αποτελεί έναν τόπο που τον επισκέπτονται χιλιάδες επισκέπτες από όλο τον πλανήτη. Ενός τοπίου που μοιάζει σεληνιακό και για όσους το έχουν δει είναι ένα από τα πιο μυστηριώδη και απόκοσμα τοπία που μπορεί να συναντήσει κανείς στην Ελλάδα και σε ολόκληρο το Βόρειο Ημισφαίριο.

Η οροσειρά των Λευκών Ορέων καλύπτει σχεδόν το μεγαλύτερο ποσοστό της έκτασης του Νομού Χανίων και εκτείνεται σε μία περιοχή μήκους 60χλμ και πλάτους 35χλμ, όπου έχει περισσότερες από 50 κορυφές με υψόμετρο πάνω από τα 2.000μ., ενώ εκεί βρίσκονται μερικά από τα διασημότερα φαράγγια της Ευρώπης, όπως και μερικά από τα βαθύτερα σπηλαιοβάραθρα της χώρας. 

Στα όρια της οροσειράς από τον Βορρά, την Ανατολή και Δύση, βρίσκονται τρία καταφύγια, ενώ ακόμα ένα βρίσκεται στην καρδιά του ορεινού όγκου, το Καταφύγιο του Χουλιόπουλου. Όλα ανήκουν στον Ορειβατικό Σύλλογο Χανίων.  

Η Διάσχιση των Λευκών Ορέων

Τα Λευκά Όρη είναι γνωστά για τις πολλές διαδρομές τους που μπορούν να χαρίσουν μοναδικές εικόνες στους πεζοπόρους. Μία από τις πιο γνωστές και ταυτόχρονα δύσκολες διαδρομές είναι η λεγόμενη «Διάσχιση των Λευκών Ορέων», μία διαδρομή που στην πλήρη έκταση της, ξεκινά από το ορεινό Καταφύγιο του Καλλέργη στα δυτικά της οροσειράς και διατρέχει ολόκληρο τον ορεινό όγκο προς ανατολικά μέσα από το μονοπάτι Ε4, φτάνοντας μέχρι το οροπέδιο της Ταύρης, που βρίσκεται το ομώνυμο καταφύγιο. 

Υπάρχουν όμως και άλλες πύλες εισόδου για να πραγματοποιήσει κάποιος πεζοπόρος τη λεγόμενη διάσχιση, όπως αυτή που ακολουθήσαμε εμείς, ξεκινώντας λίγο έξω από το χωριό Θέρισο, από την περιοχή Κακοπέρατο μέχρι και το οροπέδιο της Νιάτου, δίπλα στο καταφύγιο της Ταύρης, πάνω από το χωριό Ασκύφου.

Στο πρώτο κομμάτι της διαδρομής, αφού αφήσαμε το αυτοκίνητο στο τέρμα του δρόμου, αρχίσαμε την ανάβασή μας από τα 1300μ στην τοποθεσία Κακοπέρατο, έχοντας στα δεξιά μας την κορυφή Καλόρος. 

Περίπου 1,5 ώρα μετά, φτάσαμε στα 1.900μ περίπου, όπου ευθεία μπροστά μας κοιτώντας τον Νότο έχουμε την κορυφή της Μελινταού, ενώ σιγά σιγά κατεβαίνοντας προς την Ανατολή συναντήσαμε τον κούμο στο Πλακοσέλι. 

Λίγη ώρα μετά αρχίσαμε να διασχίζουμε το οροπέδιο στο Πλακοσέλι, ακολουθώντας το μονοπάτι Ε4 που σηματοδοτούν οι στύλοι και γύρω μας ακόμα βρίσκονται τα πρόβατα των κτηνοτρόφων της περιοχής. 

Συνεχίζοντας ανατολικά φτάσαμε στην Πυρού Γη στο Μιτάτο του Παπασήφη, όπου εκεί για αρκετό καιρό ο Γιάννης Παπασηφάκης τυροκομούσε την περίφημη γραβιέρα του. Το Μιτάτο ήταν ανοιχτό, ωστόσο ο ιδιοκτήτης ήταν εκτός καθώς έβοσκε τα ζώα του.

Αφού ξαποστάσαμε για λίγο συνεχίσαμε νότια και ανατολικά, πάνω από τον Ποταμό, όπου βρίσκονται ακόμα μερικά παλιά μιτάτα και κούμοι, όπως της Πετραδέ, των Κούμων και το Μιτάτο του Ποταμού. 

Έχοντας μπει για τα καλά στην καρδιά της Μαδάρας, περπατήσαμε για 1,5 με 2 ώρες και αφού συναντήσαμε ένα ζευγάρι πεζοπόρων από την Ελβετία, φτάσαμε στο οροπέδιο στο Κατσιβέλι, όπου το μονοπάτι Ε4 χωρίζεται και ακολουθούν δυο χωριστές διαδρομές. Η μια οδηγεί προς Ρουσιές – Ανώπολη και η άλλη ακολουθεί τη διαδρομή προς Βόλικα ή Τάυρη – Ασκύφου. 

Στο Κατσιβέλι συναντήσαμε τους κούμους των κτηνοτρόφων της περιοχής, καθώς και το λεγόμενο καταφύγιο ανάγκης. Εκεί είναι ένας παλιός κούμος της οικογένειας Κοπάση, όπου ο Ορειβατικός Σύλλογος Χανίων με δικές του δαπάνες τον διαμόρφωσε σε ένα μικρό καταφύγιο το οποίο είναι συνεχώς ανοιχτό, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από οποιονδήποτε πεζοπόρο το χρειαστεί για ξεκούραση ή για προφύλαξη από τον καιρό. 

Ανηφορίζοντας προς τον Βορρά, μετά από λίγα λεπτά συναντάμε το Καταφύγιο του Χουλίοπουλου, ή αλλιώς Κατσιβέλι ή Σβουριχτής. 

Το καταφύγιο εγκαινιάστηκε το 1992 με πρωτοβουλία του τότε Προέδρου του ΕΟΣ Χανίων, Χρήστου Χουλιόπουλου και πρόκειται για μία ξύλινη κατασκευή ντυμένη με πέτρα από την περιοχή. Το καταφύγιο κατασκευάστηκε από εθελοντές και τα κομμάτια του μεταφέρθηκαν στην περιοχή με ελικόπτερο. Στο καταφύγιο μπορούν να φιλοξενηθούν 20 άτομα, παρέχει τις βασικές υποδομές για μαγείρεμα, ενώ υπάρχει και άφθονο βρόχινο πόσιμο νερό που συλλέγεται σε ειδική δεξαμενή.   

Εκεί ξεκουραστήκαμε για το υπόλοιπο της ημέρας, ενώ την 3μελή παρέα μας συμπλήρωσε ακόμα μία ομάδα 8 ατόμων που είχαν έρθει επίσης από τα Χανιά. 

Το πρωινό ξημέρωμα μας βρίσκει με καλό καιρό. Περίπου στις 08:30 το πρωί και από υψόμετρο 1.900 μέτρων ξεκινήσαμε την πορεία μας για το οροπέδιο της Ταύρης και τα Ασκύφου. 

Στο πρώτο τμήμα της διαδρομής διασχίσαμε την λεγόμενη Λιβάδα, ένα σχετικά μεγάλο οροπέδιο με αρκετή χαμηλή βλάστηση και αρκετά πρόβατα. Εκεί, σχεδόν στο μέσο του οροπεδίου, συναντήσαμε το Μιτάτο του Νικολούδη, ένα πολύ καλοδιατήρημένο σύμπλεγμα από κούμους, όπου σταματήσαμε για λίγη ώρα προκειμένου να προστατευτούμε από τη βροχή. 

Στη συνέχεια συναντήσαμε ακόμα ένα ζευγάρι ξένους πεζοπόρους και αφού περάσαμε νότια της κορυφής Άγιο Πνεύμα, φτάσαμε στο λεγόμενο Σιδεροπορτί. Εκεί, σε υψόμετρο 2.000 μέτρων είναι ένα διάσελο που από την νότια πλευρά του βρίσκονται οι λεγόμενοι Μάυροι Λάκκοι, ενώ κοιτώντας προς τον Βορρά βλέπεις καθαρά τον κόλπο της Σούδας. Το σημείο είναι μαγευτικό και η ομορφιά του τοπίου σε καθηλώνει. 

Φτάνοντας στο τελευταίο τμήμα της διαδρομής μας και αφού έχουμε περάσει τη νότια πλαγιά του μικρού Τροχάρη, φτάσαμε κάτω από την κορυφή Φανάρι.

Εκεί, βρίσκεται ίσως και το πιο δύσκολο τμήμα της διαδρομής, αφού το κομμάτι πάνω από το λεγόμενο Κακό Καστέλι, είναι μία πλαγιά, όπου για πάνω από μία ώρα το περπάτημα γίνεται στο πλάι ενός κοφτού βράχου με απότομη κλίση. 

Συνολικά σε 2 ημέρες διανύσαμε 23 χιλιόμετρα και 11 ώρες πεζοπορίας και τελικά φτάσαμε στο οροπέδιο της Νιάτου και λίγη ώρα μετά με το αυτοκίνητο, φτάσαμε στ' Ασκύφου και γευτήκαμε τους μεζέδες στο καφενείο του Παντελή Ζούλη, αλλά και τη φιλοξενία στο καφενείο του Νεκτάριου Τσιτσιρίδη στην πλατεία του χωριού. 

Η εμπειρία από την διάσχιση ήταν μοναδική. Είναι ένας τόπος που ο χρόνος έχει σταματήσει σε μία εποχή γεωλογικών ανακατατάξεων και η μόνη ανθρώπινη παρέμβαση σταματάει στις πετρόκτιστες κατασκευές των βοσκών που έγιναν πριν πάρα πολλά χρόνια και συντηρούνται από τις νεότερες γενιές.   

Το τοπίο είναι απόκοσμο, σε κάποια σημεία έχεις την αίσθηση ότι δεν βρίσκεσαι σε γήινο περιβάλλον, ενώ είναι ορισμένα σημεία που δεν μπορείς να κατανοήσεις πώς η φύση τα δημιούργησε.

Οι κρητικές μαδάρες, τα Λευκά Όρη είναι ένας τόπος που πρέπει να τον επισκεφτεί ο κάθένας από εμάς και παρέχει τη δυνατότητα και στον πιο αρχάριο πεζοπόρο να χαρεί τα εύκολα μονοπάτια του, ενώ οι πιο έμπειροι μπορούν να δουν μέρη μοναδικά.

Και σαν κατακλείδα, ίσως να χρειάζεται η πολιτεία και η τοπική αυτοδιοίκηση να δώσει λίγη σημασία στη φροντίδα, την ανάδειξη και την προβολή του τόπου αυτού, ώστε να δώσει τη δυνατότητα να τον γνωρίσουν οι κάτοικοι της Κρήτης αλλά και περισσότεροι επισκέπτες από την υπόλοιπη Ελλάδα και το εξωτερικό. 

 

Σημ: Ευχαριστούμε τον Πρόεδρο του Ορειβατικού Συλλόγου Χανίων, κο Σταύρο Μπαδογιάννη που μας βοήθησε σε κάποια από τα τοπονύμια που δεν γνωρίζαμε. Αξίζει να σημειωθεί επίσης πως η σήμανση του μονοπατιού Ε4 έχει γίνει και συντηρείται από τον ΕΟΣ Χανίων.