Γράφει ο Κ.Ν. Πολυχρονάκης.

Η χθεσινή στήλη αναφέρθηκε στις προτάσεις για την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση της λεγόμενης έκθεσης Πισσαρίδη, της προσπάθειας ευρύτερης εμπέδωσης του κρίσιμου των μεταρρυθμίσεων που απαιτούνται για την επάνοδο της χώρας σε στιβαρή αναπτυξιακή τροχιά.

Σήμερα ακροθιγώς θα αναφερθούμε στις προτάσεις για την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, η οποία πάσχει από το διπλό δομικό πρόβλημα του υπερπληθυσμού και της υποδοχής φοιτητών μετρίων επιδόσεων.  Ειδικά για το δεύτερο, η έκθεση επικαλείται τις έρευνες του ΟΟΣΑ και της Ε.Ε. οι οποίες δείχνουν ότι τα ποσοστά μαθητών με χαμηλές επιδόσεις είναι πολύ υψηλά στην Ελλάδα σε σύγκριση με τον μέσο ορό της Ε.Ε., ενώ τα ποσοστά των Ελλήνων μαθητών με πολύ υψηλές επιδόσεις είναι, αντίστοιχα, πολύ χαμηλότερα από τον μέσο ορό της Ε.Ε.. Με δεδομένο ότι τα ελληνόπουλα δεν υστερούν σε ευφυΐα των συνομήλικων τους ευρωπαίων, το πρόβλημα εστιάζει στο εκπαιδευτικό μας σύστημα. 

Αντίθετα με τις μικρότερες βαθμίδες εκπαίδευσης, η τριτοβάθμια στη χώρα μας δεν υποχρηματοδοτείται (εκτός της έρευνας), ενώ υπάρχουν αξιόλογες μονάδες αριστείας, όχι όμως σε θέσεις που αντιστοιχούν στο επίπεδο ευρύτερης ανάπτυξης της χώρας. Για την καλύτερη και παραγωγικότερη λειτουργία των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων προτείνεται η ενίσχυση της αυτονομίας στον στρατηγικό τους σχεδιασμό, αλλά και η διαφοροποίηση ως προς τους στόχους τους. Μια βασική αλλαγή που προτείνεται αφορά στα Συμβούλια Ιδρυμάτων, «τα οποία με αυξημένη συμμετοχή εξωτερικών μελών, και με ισχυρές και αποφασιστικές αρμοδιότητες στο στρατηγικό σχεδιασμό και στην επιλογή εκτελεστικής διοίκησης των πανεπιστημίων (πρυτάνεις, κοσμήτορες), μπορούν να διαδραματίσουν κεντρικό ρόλο στην αναμόρφωση του συνολικού χάρτη της ανώτατης εκπαίδευσης, και να συμβάλλουν στην βελτίωση της σύνδεσης των πανεπιστημίων με την αγορά εργασίας, αλλά και με τις διεθνείς εξελίξεις στην ανώτατη εκπαίδευση». Μάλιστα. 

Στον μεγάλο στόχο του επαναπατρισμού των επιστημόνων που μετανάστευσαν την τελευταία δεκαετία προτείνεται η Διεθνοποίηση των Πανεπιστημίων, η προσέλκυση φοιτητών από το εξωτερικό με καταβολή διδάκτρων, κάτι που θα αυξήσει την οικονομική τους αυτονομία, θα δημιουργήσει ένα πολύτιμο πολυπολιτισμικό περιβάλλον και φυσικά, καλές θέσεις εργασίας. Παράπλευρα οφέλη, η καλύτερη διασύνδεση της χώρας με την ακαδημαϊκή, ερευνητική και επιχειρηματική κοινότητα της διασποράς και η τοποθέτηση της χώρας ως τοπικού κέντρου στην ευρύτερη περιοχή (κάτι που με επιτυχία έκανε η Τουρκία τα τελευταία χρόνια). Ποσοτικός στόχος, η προσέλκυση 100 χιλιάδων ξένων φοιτητών έως το 2030.

Η διασύνδεση των πανεπιστημίων (και της έρευνας τους) με την αγορά εργασίας είναι ένα μεγάλο ζητούμενο, διότι σήμερα «πολλά προγράμματα σπουδών αποσκοπούν στην προετοιμασία για απασχόληση στον δημόσιο τομέα, και ιδιαιτέρα την ίδια την εκπαίδευση». Ο προσανατολισμός τους λοιπόν πρέπει να αλλάξει, «από την προετοιμασία των απόφοιτων για την απασχόληση πρωτίστως στον δημόσιο τομέα και την εκπαίδευση, στην απασχόληση τους στον ιδιωτικό τομέα και τις επιχειρήσεις». Ο Πισσαρίδης τα είπε. Ο έχων ους ακουσάτω.