Γράφει ο Κ.Ν. Πολυχρονάκης.

Οι σοκαριστικές εικόνες που έφτασαν από την Ουάσιγκτον σ’ ολόκληρη την οικουμένη ελάχιστους εξέπληξαν. Η από τη φύση της ακραία διχαστική προεδρία Τραμπ κάνει φινάλε όπως αναμένονταν: με εντυπωσιακό και φασαριόζικο κρεσέντο. Πολλοί μίλησαν για Τραμπισμό, κάποιοι  για κοινωνικό ρήγμα, όλοι όμως συμφωνούν πως το φαινόμενο δεν αφορά ούτε ένα άτομο, ούτε μία χώρα. Μακάρι να ήταν έτσι. Δυστυχώς, αποτελεί μια παρενέργεια του επικίνδυνου, όπως αποδείχτηκε, συνδυασμού της ανεύθυνης απορύθμισης των αγορών και της παγκοσμιοποίησης. Το οικονομικό αποτέλεσμα της φάσης που ξεκίνησε την δεκαετία του ΄80 έγινε εμφανές όταν ακόμα και στο διάστημα της πανδημίας, το 0,1% των πολύ-δισεκατομμυριούχων του κόσμου αύξησε την περιουσία του. Το κοινωνικό αποτέλεσμα το είδαμε στην Ουάσιγκτον.

Ο λαϊκισμός στην πολιτική έχει αρχαίες ρίζες, πρωθυπουργοί, πρόεδροι και υπουργοί λαϊκιστές έχουν κατ επανάληψη προκαλέσει ζημιά στις χώρες τους και όχι μόνο. Στο πρώτος μέρος των αναμνήσεων του, που κυκλοφόρησε λίγο πριν τις γιορτές, ο πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα αναφερόμενος στην δύσκολη θέση που βρέθηκε ο ανθυποψήφιος του Τζον ΜακΚέιν, υπερασπιζόμενος τον πόλεμο στο Ιράκ και την οικονομική κρίση που μόλις είχε ξεσπάσει, γράφει ότι περίμενε από αυτόν μια «θεαματική» κίνηση. Πράγματι ο κ. ΜακΚέιν την έκανε χρίζοντας υποψήφια αντιπρόεδρο την έως τότε άγνωστη κυβερνήτη της Αλάσκα, Σάρα Πέιλιν. Η ευειδής Σάρα, θρησκόληπτη μητέρα πέντε παιδιών και κυνηγός μας χάρισε απολαυστικές σκηνές όπως τότε που δήλωσε ειδικός στην εξωτερική πολιτική καθώς από το σπίτι της μπορεί να δει απέναντι τη Ρωσία! «Αποφασίσαμε να μην απαντάμε στα όσα εξωφρενικά λέει», γράφει ο πρώην πρόεδρος «εντυπωσιαστήκαμε όμως από την αποδοχή που είχε σε μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων». «Στο τέλος, γράφει, ανήσυχος αναρωτιόμουν αν στο μέλλον κάποιος άλλος ακολουθήσει το πολιτικό της παράδειγμα». Δεν χρειάστηκαν παρά οκτώ χρόνια… 

Είναι πιστεύω σαφές πως το δίπολο αριστερά – δεξιά έχει ξεπεραστεί από τις εξελίξεις. Οι πολιτικοοικονομικές εξελίξεις των τελευταίων δεκαετιών μαζί με την ευκολία και την ταχύτητα διάδοσης της πληροφορίας έχουν δημιουργήσει στρατιές  οργισμένων ριζοσπαστών οι οποίοι θεωρούν εαυτόν εχθρό των ελίτ, επιχειρηματιών, δημοσιογράφων, πολιτικών. Είναι εύκολο να τους αντιπαρέλθουμε σα φιγούρες γραφικές, σα μισότρελους συνωμοσιολόγους, όμως μια στιγμή, συμπολίτες μας είναι κι αυτοί. Στην πλειοψηφία τους οι άνθρωποι αυτοί βάλλονται ή πιστεύουν ότι βάλλονται από παντού: χωρίς σταθερή δουλειά, συχνά χωρίς ασφάλιση, ακούν και διαβάζουν για πάρτι εκατομμυρίων, για κινδύνους που απειλούν την πατρίδα και τον τρόπο ζωής τους, για μετανάστες που θέλουν να τους πάρουν και τις λίγες δουλειές που απόμειναν γι αυτούς. Έχουν κι από πάνω τους λεγόμενους «δικαιωματιστές», ανθρώπους συνήθως μορφωμένους και τέλος πάντων βολεμένους, που διατρανώνουν τα δικαιώματα μεταναστών και κάθε μειονότητας και «θολώνει» το μάτι τους. Το πρόβλημα είναι πολύπλοκο, οι καταστάσεις δύσκολες, η αμφίπλευρη ενσυναίσθηση θα έχει καλύτερα αποτελέσματα…