Οργή έχει προκαλέσει στο Καράκας η αποφάση της έκδοσης από το Πράσινο Ακρωτήρι στις ΗΠΑ του Άλεξ Σάαμπ, ενός επιχειρηματία στενά συνδεδεμένος με τον πρόεδρο της Βενεζουέλας, τον Νικολάς Μαδούρο, κατηγορούμενος για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα.

Ο Άλεξ Σάαμπ αναμένεται να προσαχθεί «ενώπιον δικαστή τη 18η Οκτωβρίου (σ.σ. αύριο Δευτέρα)», στη Φλόριντα, ανέφερε σε ανακοίνωσή του το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης, επιβεβαιώνοντας την έκδοση.

Ο κολομβιανός επιχειρηματίας, 49 ετών, και ο συνεταίρος του Άλβαρο Πουλίδο κατηγορούνται από τις αρχές των ΗΠΑ ότι ηγούνταν σε δίκτυο που επέτρεψε στον σοσιαλιστή ηγέτη Νικολάς Μαδούρο και στην κυβέρνησή του να καταχραστούν βοήθεια σε τρόφιμα με προορισμό τη Βενεζουέλα.

Φέρονται να μετέφεραν κάπου 350 εκατομμύρια δολάρια (302 εκατ. ευρώ) από τη Βενεζουέλα σε τραπεζικούς λογαριασμούς που έλεγχαν στις ΗΠΑ και σε άλλες χώρες. Εάν καταδικαστούν, κινδυνεύουν να τους επιβληθούν ποινές ως και 20 ετών κάθειρξης.

Παράνομη δραστηριότητα που «αγγίζει» τον Μαδούρο

Στον Άλεξ Σάαμπ, που έχει επίσης την εθνικότητα της Βενεζουέλας και διπλωματικό διαβατήριο της Βενεζουέλας, ασκήθηκε δίωξη τον Ιούλιο του 2019 στο Μαϊάμι για ξέπλυμα χρήματος και συνελήφθη σε ενδιάμεσο σταθμό αεροσκάφους στο Πράσινο Ακρωτήρι, στα ανοικτά της δυτικής Αφρικής, τον Ιούνιο του 2020.

Ο Ρομπέρτο Ντενίς, δημοσιογράφος που έχει καλύψει την υπόθεση, σχολίασε ότι «όλα όσα γνωρίζουμε για τον Άλεξ Σάαμπ και τη μεγάλη διαφθορά στο ανώτατο επίπεδο της κυβέρνησης στη Βενεζουέλα τα οφείλουμε κατά μεγάλο μέρος τους στη δικαιοσύνη» του Πράσινου Ακρωτηρίου, η οποία «αντιστάθηκε στις πιέσεις».

«Ποτέ» το Καράκας «δεν είχε αγωνιστεί τόσο για κάποιον. Τι εξηγεί ότι κίνησε γη και ουρανό γι’ αυτόν; Μπορεί να αποκαλύψει πράγματα για τις διασυνδέσεις, για την κυκλοφορία των κεφαλαίων, για τις υπερχρεώσεις (...). Είναι ο κινητήριος μοχλός των δοσοληψιών του καθεστώτος Μαδούρο με τις συμμαχικές χώρες», είχε πει πρόσφατα ο ίδιος.

Ο Ιβάν Ντούκε, ο πρόεδρος της Κολομβίας, ένας από τους βασικούς πολιτικούς αντιπάλους του Καράκας, δεν έκρυψε την ικανοποίησή του για την εξέλιξη, βλέποντας στην έκδοση μια «νίκη στον αγώνα εναντίον της διακίνησης ναρκωτικών, του ξεπλύματος χρήματος και της διαφθοράς που ευνόησε το καθεστώς του Νικολάς Μαδούρο».

Η εξέλιξη πυροδότησε οργή στο Καράκας, το οποίο «ανέστειλε τη συμμετοχή του» στον διάλογο που διεξάγει εδώ και κάποιο καιρό με την αντιπολίτευση. «Δεν θα συμμετάσχουμε στον (τέταρτο) γύρο, που επρόκειτο να αρχίσει τη 17η Οκτωβρίου στο Μεξικό, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τη βάρβαρη επίθεση (...) σε βάρος του Άλεξ Σάαμπ» ανακοίνωσε ο πρόεδρος του κοινοβουλίου, ο Χόρχε Ροδρίγκες, επικεφαλής της κυβερνητικής αντιπροσωπείας.

Ο Χουάν Γκουαϊδό, ηγετικό στέλεχος της αντιπολίτευσης, κατήγγειλε την «ανεύθυνη» απόφαση για την αναστολή των συνομιλιών για την εξεύρεση λύσης στην πολιτική και οικονομική κρίση στη Βενεζουέλα.

Ο κ. Σάαμπ είχε ονομαστεί μέλος της κυβερνητικής αντιπροσωπείας στον πρώτο γύρο των συνομιλιών, τον Σεπτέμβριο, όταν μέλη της αντιπροσωπείας αυτής σήκωσαν πλακάτ με φωτογραφίες του.

Κυβέρνηση και αντιπολίτευση άρχισαν διαπραγματεύσεις τον Αύγουστο. Η κυβέρνηση θέλει να αρθούν οι κυρώσεις που της επιβάλλουν κράτη που δεν αναγνωρίζουν την επανεκλογή του Νικολάς Μαδούρο. Η αντιπολίτευση, που αποφάσισε να αλλάξει την τακτική της αποχής (από τις προεδρικές εκλογές του 2018 και από τις βουλευτικές εκλογές του 2020) ζητεί ελεύθερες και διαφανείς εκλογές, αρχικά στη διαδικασία των περιφερειακών εκλογών (21η Νοεμβρίου), πάνω απ’ όλα στις προεδρικές εκλογές του 2024.

Ο Χούλιο Μπόρχες, στέλεχος της αντιπολίτευσης, υποστήριξε μιλώντας στο Γαλλικό Πρακτορείο ότι με την έκδοση του Άλεξ Σάαμπ ξεκινά η «προσαγωγή ενώπιον της δικαιοσύνης κάποιου που έκλεψε εκατομμύρια δολάρια από τους πολίτες της Βενεζουέλας, που είναι άμεσα υπεύθυνος για την πείνα και την ανθρωπιστική κρίση» στην πετρελαιοπαραγωγική χώρα της Λατινικής Αμερικής.

Το υπουργείο Επικοινωνιών της κυβέρνησης απεναντίας κατήγγειλε την «απαγωγή» του Άλεξ Σάαμπ.

Αν και επισήμως δεν υπάρχει καμιά σύνδεση των δύο υποθέσεων, έξι πρώην στελέχη της CITGO, της θυγατρικής της δημόσιας επιχείρησης πετρελαίου της Βενεζουέλας, της PdVSA, οδηγήθηκαν πίσω στη φυλακή σήμερα Κυριακή, ενημέρωσε το Γαλλικό Πρακτορείο ο ένας από τους συνηγόρους τους. Είχαν καταδικαστεί σε ποινές κάθειρξης μεταξύ 8 και 13 ετών για διαφθορά τον Νοέμβριο του 2020. Τέθηκαν σε κράτηση κατ’ οίκον τον Απρίλιο, κάτι που είχε εκληφθεί ως χειρονομία καλής θέσης του προέδρου Μαδούρο προς την Ουάσινγκτον, η οποία έχει ζητήσει επανειλημμένα να αφεθούν ελεύθεροι.

Πηγή: cnn.gr


Ακολουθήστε το Flashnews στο Google News και στο Facebook