Κατά την διάρκεια της προηγούμενης 10ετίας, με την οικονομική κρίση να εκδηλώνεται σε όλη την Ευρώπη, κυρίως σε χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας, το θεώρημα των λαϊκιστικών δυνάμεων είχε στοιχεία δημοσκοπικής ανόδου, με την εκμετάλλευση της υποδοχής κοινωνικού θυμού, χωρίς να υπάρχει καμία αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση. Η άνοδος του λαϊκισμού δεν ήταν παρά ένα μετέωρο βήμα, που προσπαθούσε να εργαλειοποιήσει ζητήματα κρίσης, εγκλωβίζοντας πολιτική ρητορική και πράξη. Τα λαϊκιστικά επιχειρήματα μπήκαν στο περιθώριο, από την στιγμή που στο ευρωπαϊκό περιβάλλον άρχισε να διαμορφώνεται ένας συντονισμός απέναντι στην κρίση, με την διοχέτευση πόρων για την ενίσχυση των οικονομιών.

Μέσα σε αυτή την υγειονομική κρίση, οι δυνάμεις του εθνικολαϊκισμού, επιδιώκουν την δημιουργία κοινωνικών ρηγμάτων, μέσα από μια αντισυστημική, καταγγελτική ατζέντα. Με την ευρωπαϊκή οικονομία να έχει βιώσει εδώ και χρόνια τις ανεδαφικές προτάσεις του λαϊκισμού, η προσπάθεια της ριζοσπαστικής δημαγωγίας για επιστροφή στο εκκρεμές της, για καμία χώρα της Ευρώπης δεν μπορεί να αποτελέσει εναλλακτική πρόταση. Από την στιγμή που ο λαϊκισμός το μόνο που εγγυάται με την αφυδατωμένη ρητορική του, είναι στασιμότητα, κοινωνική καθήλωση και διχαστικά μηνύματα.

Τρείς 10ετίες μετά την πτώση των ολοκληρωτικών καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού στην Ανατολική Ευρώπη, σε χώρες όπως η Ουγγαρία και η Πολωνία, κυριαρχούν λαϊκιστές πολιτικοί και κόμματα, με στενές εθνοκεντρικές και εθνικιστικές αντιλήψεις. Πρόσωπα αμφιλεγόμενης δημοκρατικότητας, δημιουργούν αφηγήματα υπονόμευσης της ΕΕ, οι πολιτικές τους αντιλήψεις απέχουν αρκετά από την ευρωπαϊκή φιλελεύθερη κληρονομιά για το κράτος δικαίου και τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Κόμματα όπως το Ουγγρικό Fidesz, του Βίκτωρ Όρμπαν, περιθωριοποιημένα από την ευρωπαϊκή κεντροδεξιά, επιλέγουν να απομακρύνονται από τις ιδρυτικές αρχές και αξίες της Ευρώπης. Ελέγχουν ασφυκτικά την δικαιοσύνη και την ενημέρωση, θέτουν υπό περιορισμό δημοκρατικές και φιλελεύθερες φωνές από τον χώρο του πολιτισμού και της διανόησης. Παραβιάζουν τον Ευρωπαϊκό Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων. Καλλιεργούν μια ιδιόρρυθμη σχέση αυτονομίας μέσα στην ΕΕ, καταφεύγοντας σε εθνικιστικές εξάρσεις, που τους περιχαρακώνουν και τους απομονώνουν. 

Στα ευρωπαϊκά δημοκρατικά πολιτικά συστήματα, οι πολιτικές δυνάμεις της κεντροδεξιάς και της κεντροαριστεράς, για να ενισχύουν την δυναμική τους, πρέπει να εκπέμπουν πολιτικό λόγο, να εφαρμόζουν προγραμματική πολιτική, που δεν θα αφήνει να εκδηλώνονται ρωγμές, πειραματισμοί από τα δεξιά ή από τα αριστερά. Η αριστερή και η δεξιά δημαγωγία έχουν σαν βασικό συστατικό στοιχείο τους την ιδεολογική εχθρότητα προς την δημοκρατία, τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό. Η υπόθεση του ευρωπαϊκού συντάγματος, την δεκαετία του 2000, όταν εκδηλώθηκαν οι προθέσεις των δημοψηφισμάτων κυρίως στην Γαλλία αλλά και στην Ολλανδία, δημιούργησαν έναν ετερόκλητο συνασπισμό αντιευρωπαϊσμού, που περιλάμβανε από την Γαλλική ακροδεξιά, έως τους αριστεριστές του Μελανσόν. Ο δημαγωγικός προσανατολισμός ακραίων αριστερών σχημάτων κατευθύνεται στην οικονομία, ενώ των ακροδεξιών, την επιστροφή σε ένα έθνος-κράτος με εθνικό, οικονομικό, κοινωνικό απομονωτισμό  

Η παρουσία του εθνικολαϊκισμού, πουθενά σε καμία ευρωπαϊκή χώρα δεν έρχεται για να ισορροπήσει ένα πολιτικό κενό ή να δημιουργήσει εναλλακτική πρόταση. Ακόμα και σε χώρες όπως η Ουγγαρία, όπου την πρωθυπουργία κατέχει ένας αυθεντικός λαϊκιστής, το προϊόν της μαζικής δημαγωγικής του ρητορικής, χρησιμοποιείται για την ενίσχυση της προσωπικής του πολιτικής παρουσίας. Λαϊκιστές πολιτικοί για να επιβιώσουν δεν διστάζουν τα εθνικά ελλείμματα στην άσκηση πολιτικής να τα μεταθέτουν ως ευθύνες στις Βρυξέλλες και στο Στρασβούργο. Και απέναντι σε αυτή την έξαρση λαϊκισμού, τα δημοκρατικά πολιτικά συστήματα, οι δομές εξουσίας σε ευρωπαϊκό, εθνικό, περιφερειακό/τοπικό επίπεδο, οφείλουν να ενδυναμώνουν την δημοκρατία, φέρνοντας εγγύτερα τον Πολίτη στην πολιτική, στην διακυβέρνηση σε κάθε επίπεδο, επαναπροσδιορίζοντας την Δημοκρατία και τους θεσμούς της.

Η ανάδυση νέων αυταρχικών ηγεσιών πλήττει την φιλελεύθερη δημοκρατική τάξη, δημιουργεί αστάθεια αλλά και ελλείμματα στην πολιτική ηθική. Σε χώρες όπως η Ρωσία, η μακρόχρονη παραμονή του Πούτιν στην εξουσία, έχει δημιουργήσει ένα καθεστώς, με βαθιά ριζωμένες αντιδημοκρατικές αντιλήψεις από το προηγούμενο κομμουνιστικό καθεστώς. Η «εναλλαγή» Πούτιν στην θέση Πρωθυπουργού και Προέδρου, δημιουργεί έναν ασφυκτικό έλεγχο στην ίδια την Δημοκρατία, υπονομεύοντας την.

Οι ηγεσίες Λουκασένκο και Πούτιν, Ερντογάν, πολιτικοί σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, αποτελούν προσωποποιήσεις ενός παρακμιακού αυταρχισμού, που καταπατά θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες, υπονομεύοντας αρχές και αξίες του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος και της Δημοκρατίας. Δεν είναι τυχαίο ότι όπου διαμορφώνονται πολεμικές συγκρούσεις, στην Συρία, στο Ιράκ, στην Λιβύη, στον Καύκασο, άμεσα ή έμμεσα έχουμε την εμπλοκή χωρών όπως η Ρωσία και η Τουρκία, με ηγεμονικές και αυταρχικές εξουσίες, που κινούνται μακριά από τις αρχές του Διεθνούς Δικαίου. Με την ΕΕ να υποδηλώνει αδυναμία πραγματικής ενιαίας έκφρασης και παρέμβασης, συνέπεια της διακυβερνητικής στασιμότητας.

Απέναντι στην θεσμική δημοκρατία, ο λαϊκισμός, ο αυταρχισμός, η δημαγωγία, εκφράζονται με πρωτοφανή επιθετικότητα, επιδιώκοντας την επιστροφή στον εθνικό απομονωτισμό, με την αντισυστημική λογική τους εκφράζουν μια οπισθοδρομική αντίληψη. Στην περίπτωση της Ρωσίας και όχι μόνον, ο έλεγχος της δημόσιας σφαίρας, τα ελλείμματα στην ύπαρξη πραγματικής αντιπολίτευσης, δεν δημιουργούν ένα φιλελεύθερο πλαίσιο.

Για την μείωση της παρέμβασης φαινομένων αυταρχικής δημαγωγίας, το πως λαμβάνονται οι αποφάσεις, όπως και το επίπεδο λήψης τους, ενισχύει την Δημοκρατία.

Απέναντι στον εθνικολαϊκισμό, χρειάζεται μια διαρκής δημοκρατική προσπάθεια, φέρνοντας πλησιέστερα προς τον Πολίτη θεσμικές τομές. Η επικουρικότητα, ο τρόπος λήψης αποφάσεων στο πιο κατάλληλο επίπεδο, από τις πιο δραστικές αποφάσεις της ευρωπαϊκής ενοποίησης, αποδυναμώνει την δημαγωγία. Η Τζένι Μάνσμπριτζ, εκ των σημαντικότερων μελετητών της δημοκρατικής θεωρίας, σε συνέντευξη της [ ΝΕΑ 14-15.11.2020 ], επισημαίνει το παράδειγμα της Δανίας, χώρα με τα υψηλότερα επίπεδα ικανοποίησης για την λειτουργία  της Δημοκρατίας της σε όλη την Ευρώπη. Η ικανοποίηση των πολιτών της Δανίας, αυξήθηκε με τις κυβερνητικές μεταρρυθμίσεις που έγιναν σε επίπεδο διοίκησης, αποκεντρώνοντας αποφάσεις, μεταφέροντας της σε επίπεδο Δήμων.  

Την ώρα που το καθεστώς Λουκασένκο, με τις ευλογίες της Μόσχας επιχειρεί έναν στυγνό, γεωπολιτικό εκβιασμό εις βάρος της Ευρώπης, η ευρωπαϊκή ενοποίηση χρειάζεται την εμβάθυνση των δημοκρατικών θεσμών, την ενίσχυση του δημοκρατικού ελέγχου, ειδικά τώρα που ετερόκλητες, ριζοσπαστικές, λαϊκιστικές δυνάμεις, επιχειρούν όχι μόνον κατά του σχεδίου της ευρωπαϊκής ενοποίησης, αλλά προκαλούν και ρήγματα στο ευρύτερο δημοκρατικό περιβάλλον.

* Ο κ. Γιώργος Α. Ζερβάκης είναι εκπρόσωπος των Ευρωπαίων Φεντεραλιστών Κρήτης


Ακολουθήστε το Flashnews στο Google News και στο Facebook