Η πριγκίπισσα Μπασμά της Σαουδικής Αραβίας επέστρεψε στο σπίτι της στη Τζέντα μετά από τρία χρόνια παραμονής σε κρατική φυλακή χωρίς κατηγορία, επιβεβαίωσαν οι υποστηρικτές της και ο δικηγόρος της.

Η 57χρονη πριγκίπισσα Μπασμά μπιντ Σαούντ μπιν Αμπντουλαζίζ Αλ Σαούντ, ένθερμη επικρίτρια του ξαδέλφου της, ηγέτη της Σαουδικής Αραβίας, Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν και υπέρμαχος των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αφέθηκε ελεύθερη όπως και η κόρη της, Σουχούντ Αλ Σαρίφ, η οποία συνελήφθη μαζί της τον Μάρτιο του 2019.

Μυστήριο περιβάλλει την κράτηση και την απελευθέρωση των δυο τους, καθώς υπάρχει σιωπή από τους Σαουδάραβες αξιωματούχους. Ωστόσο, ανακοινώνοντας τη σύλληψή της στο Twitter 13 μήνες μετά την εξαφάνισή της, η πριγκίπισσα Μπασμά, ισχυρίστηκε ότι δεν έκανε κανένα λάθος και είπε ότι αντιμετώπιζε «πολύ σοβαρά» προβλήματα υγείας.

Κάποιοι εικάζουν ότι η φυλάκισή της μπορεί να σχετίζεται με τις θέσεις της υπέρ των ανθρωπιστικών ζητημάτων και της συνταγματικής μεταρρύθμισης. Τα tweets της τον Απρίλιο του 2020, τα οποία προφανώς στάλθηκαν ενώ βρισκόταν υπό κράτηση, διαγράφηκαν γρήγορα. Η κίνηση φάνηκε να ταιριάζει σε ένα μοτίβο σύλληψης δεκάδων Σαουδάραβων αντιφρονούντων και ακτιβιστών.

Σύμφωνα με Σαουδάραβες αντιφρονούντες και ακτιβιστές για τα ανθρώπινα δικαιώματα, η πριγκίπισσα Μπασμά ήταν ιδιαίτερα μαχητική κατά του πρίγκιπα Μοχάμεντ και επικριτική σχετικά με τη μεταχείριση του βασιλείου προς τις γυναίκες, με τους αυστηρά περιοριστικούς νόμους του βασιλείου.

«Νόμιζε ότι οι οικογενειακές της διασυνδέσεις θα της έδιναν κάλυψη», είπε ένας ανώτερος βασιλιάς της Σαουδικής Αραβίας στην εξορία. «Αλλά ο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν έχει φυλακίσει μεγαλύτερα μέλη της οικογένειας από αυτήν».

Ανάμεσα σε αυτούς, είναι τα δύο αδέρφια του νυν μονάρχη, του βασιλιά Σαλμάν, του πατέρα του πρίγκιπα και διαδόχου του θρόνου. Η πριγκίπισσα Μπασμά, θεωρήθηκε επίσης σύμμαχος του πρώην διαδόχου, Μοχάμεντ μπιν Ναγιέφ, ο οποίος παραμένει σε κατ' οίκον περιορισμό στο βασίλειο μετά την εκδίωξη του από τον Μοχάμεντ. Η Μπασμά είναι το μικρότερο παιδί του αείμνηστου βασιλιά Σαούντ, ο οποίος κυβέρνησε από το 1953 έως το 1964.

Ο νομικός σύμβουλος της πριγκίπισσας Μπασμά, Χένρι Εστραμάντ, επιβεβαίωσε την απελευθέρωση των γυναικών, λέγοντας: «Οι δύο κυρίες απελευθερώθηκαν από την αυθαίρετη φυλάκισή τους και έφτασαν στο σπίτι τους στη Τζέντα την Πέμπτη 6 Ιανουαρίου 2022. Η πριγκίπισσα τα πάει καλά, αλλά θα αναζητήσει ιατρική εμπειρογνωμοσύνη. Φαίνεται ταλαιπωρημένη, αλλά είναι ευδιάθετη και ευγνώμων που επανενώθηκε με τους γιους της από κοντά».

Η πριγκίπισσα Μπασμά κρατήθηκε στη φυλακή al-Ha'ir, όπου κρατούνται πολλοί άλλοι πολιτικοί κρατούμενοι, συμπεριλαμβανομένης της ακτιβίστριας Λουτζέιν αλ-Χαδλούλ, μίας σημαντικής υποστηρίκτριας στο να επιτραπεί στις γυναίκες να οδηγούν. Αποφυλακίστηκε τον περασμένο Φεβρουάριο και έκτοτε δεν έχει μιλήσει δημόσια για τη δοκιμασία της, η οποία σύμφωνα με την οικογένειά της περιλάμβανε σωματική κακοποίηση και βασανιστήρια.

Η 57χρονη πριγκίπισσα επρόκειτο να ταξιδέψει στο εξωτερικό για ιατρική περίθαλψη τη στιγμή της σύλληψής της και ενημερώθηκε αργότερα, ότι κατηγορήθηκε πως προσπάθησε να πλαστογραφήσει ένα διαβατήριο, δήλωσε στενός συγγενής της, τότε. Η φύση της ασθένειάς της δεν αποκαλύφθηκε ποτέ.

Μετά την απελευθέρωσή της, η ομάδα δικαιωμάτων ALQST για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα είπε: «Της αρνήθηκαν την ιατρική περίθαλψη που χρειαζόταν για μια δυνητικά απειλητική για τη ζωή κατάσταση. Σε κανένα σημείο της κράτησής της δεν έχει απαγγελθεί καμία κατηγορία εναντίον της».

Σε γραπτή κατάθεση στον ΟΗΕ το 2020, η οικογένεια της Μπασμά, είπε ότι η κράτηση της οφείλεται πιθανώς σε μεγάλο βαθμό στο «το ιστορικό της ως ειλικρινής επικριτής καταχρήσεων εξουσίας».

iefimerida.gr


Ακολουθήστε το Flashnews στο Google News και στο Facebook