Η χώρα βρίσκεται στο επίκεντρο μιας πρωτοφανούς και για πολλούς, αν όχι μιας ανεξέλεγκτης, τουλάχιστον μιας πολύ δύσκολα αντιμετωπιζόμενης κρίσης, κρίσης οικονομικής, κρίσης κοινωνικής, κρίσης θεσμών, κρίσης κράτους, κρίσης αξιών, στην ουσία βρίσκεται μπροστά σε ασύμμετρες απειλές.

Οι απειλές είναι ασύμμετρες, διότι οι παράμετροι και τα δεδομένα που πρέπει να ληφθούν υπ όψιν για την αντιμετώπισή της, ούτε απτά είναι, ούτε ορατά, ούτε ελέγξιμα από το εσωτερικό πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό και θεσμικό σύστημα.

Η κρίση είναι πολυπαραγοντική, με πάρα πολλούς αγνώστους και τεράστιες αοριστίες, που ο καθένας τις καθορίζει και τις προσδιορίζει, ανάλογα με το σε τι συμπέρασμα επιδιώκει να οδηγήσει.
Το βέβαιον είναι, ότι τα περισσότερα αλλά και ο προσδιορισμός των αγνώστων και των αοριστιών, δεν καθορίζονται παρά ελάχιστα από εσωελληνικές διαδικασίες και παραδοχές.

Στο χώρο της Ε.Ε και της Ευρωζώνης, στον οποίο η Ελλάδα ανήκει και στρατηγικά πρέπει να παραμείνει, διεξάγεται μια σκληρή και αφανής αναμέτρηση ισχύος, πολιτικής και οικονομικής επιρροής, ένας ιδιόμορφος ενδοευρωπαικός εμφύλιος πολιτικός πόλεμος, αλλά και με εξωευρωπαϊκούς παρεμβαίνοντες, με στόχο την νέα μορφολογία της Ευρώπης και τους νέους συσχετισμούς και ισορροπίες.

Οι συμπολίτες μας παρακολουθούν, αγωνιούν, οργίζονται, αλλά κυρίως υποφέρουν από την συνεχή υποβάθμιση του επιπέδου της ζωής τους, την κοινωνική και οικονομική ανασφάλεια.
Παραδοσιακά στερεότυπα και δεδομένα καταρρέουν, ένας ολόκληρος τρόπος ζωής και προτεραιοτήτων ανατρέπεται, ανασφάλεια και απορία στα όρια του φόβου για το τι μέλλει γενέσθαι, διακατέχει σχεδόν όλους τους Έλληνες.

Στην σε εξέλιξη κρίση, πολλοί επιχειρούν να δώσουν απαντήσεις, όμως σχεδόν όλων ο πυρήνας των προτάσεων και σκέψεων, διακατέχεται από την υποκειμενική αντίληψη, στο πως θα βρεθούν οι ίδιοι στην επόμενη σχεδόν αχαρτογράφητη περίοδο, με την εξασφάλιση του μέγιστου δυνατού, των τωρινών κεκτημένων τους ενώ οι ανάγκες απαιτούν ριζικές ρήξεις και υπερβάσεις.
Η επιχειρηματικότητα της αρπαχτής, η παρασιτική αντιπαραγωγική και σε πολλές περιπτώσεις κρατικοδίαιτη οικονομία της διαμεσολάβησης, να παραμείνει άθικτη.

Η αντιπαραγωγική λειτουργία του τραπεζικού συστήματος, που ανατροφοδοτεί την προαναφερθείσα μορφή οικονομίας, αλλά και διευκολύνει ένα κύκλο παρασιτούντων δήθεν επιχειρηματιών με συνεχείς ανανεώσεις δανείων, που ποτέ δεν πρόκειται να εξοφληθούν.

Οι κλασσικές λειτουργίες του κράτους, από την δημόσια διοίκηση, την αυτοδιοίκηση, τους θεσμούς, την Δικαιοσύνη αλλά και των ξεστρατισμένων μαζικών κοινωνικών κινημάτων, στην μακαριότητα της αφασίας, την μέχρι τώρα νιρβάνα τους, στον δικό τους ρυθμό.

Όμως η Ελλάδα, δεν μπορεί να επιβιώσει ως χώρα μακάρων , θα επιβιώσει, αν όλοι, πολίτες, πολιτικό σύστημα, θεσμοί, συστρατευθούν, δώσουν προοπτική και στίγμα, ανατρέποντας όλα όσα μέχρι σήμερα καθηλώνουν τη χώρα και την οδηγούν σε αδιέξοδο.

Σ αυτή την πορεία, αυτό που πρέπει να διαφυλαχθεί αλλά και να ενισχυθεί, είναι οι Δημοκρατικοί θεσμοί και η λειτουργία τους, διότι μόνο αυτοί παρέχουν την δυνατότητα συμμετοχής και ενεργοποίησης της δύναμης των πολιτών, για κοινούς εθνικούς στόχους και προτάγματα.

Βασικό συστατικό της δημοκρατίας και της λειτουργίας της, είναι τα πολιτικά κόμματα και εδώ ακριβώς γίνεται αναφορά για το ΠΑΣΟΚ.

Το ΠΑΣΟΚ το 1974, κατέγραψε και προσδιόρισε πορεία με βάση τα εθνικά, κοινωνικά, οικονομικά δεδομένα εκείνης της εποχής και στο πλαίσιο μιας γεωστρατηγικής πραγματικότητας, του διπολισμού και του ψυχρού πολέμου.

Η καταγραφή αυτή έγινε πολιτική πράξη, με πολλές επιτυχίες και αποτυχίες. Επιτυχίες στο κοινωνικό κράτος, στην Εθνική συμφιλίωση, τις Διεθνείς σχέσεις, την ενίσχυση των θεσμών συμμετοχής και της αποκέντρωσης, ανεπιτυχής όμως προσπάθεια, στον εκσυγχρονισμό του κράτους και των θεσμών της Δικαιοσύνης. Ανεπιτυχής προσπάθεια του μετασχηματισμού της οικονομίας, από μια μεταπρατική, διαμεσολαβητική, παρασιτική παραοικονομία η και διεφθαρμένη οικονομία, σε μια παραγωγική οικονομία, έχει σοβαρές ευθύνες για την διαμόρφωση της κοινωνίας των Μακάρων, ευθύνες όμως που διαπερνούν όλο το φάσμα του πολιτικού και κομματικού συστήματος, διαπερνούν τους πάντες Μ Μ Ε πανεπιστήμια, οικονομία τα συνδικάτα κλπ.
Στην ουσία η Ελλάδα, απέτυχε να γίνει σύγχρονο λειτουργικό κράτος και παρέμεινε κράτος και οικονομία της περιφέρειας του καπιταλισμού.

Για το ΠΑΣΟΚ, η όποια αυστηρή αποτίμηση της διαδρομής από το 1974 μέχρι σήμερα, μόνο θετικό πρόσημο μπορεί να δώσει, παρά τους ανολοκλήρωτους κύκλους σημαντικών αλλαγών που προχώρησε, (πχ Ε.Σ.Υ, Α.Σ.Ε.Π, Αποκέντρωση, Αξιολόγηση, Αξιοκρατία, πολιτικό σύστημα κλπ.)

Σήμερα, στην κρίση που διαπερνά την χώρα, πρέπει να υπάρξουν κάποιες σταθερές, για να μπορέσουν να δώσουν το νέο μήνυμα, μια νέα αφετηρία ανάδρασης.
Το ΠΑΣΟΚ πρέπει να προσδιορίσει τον ρόλο και τον χώρο του.

Εμείς, που συμπορευτήκαμε με τον Α. Παπανδρέου από την 3η Σεπτέμβρη 1974, όταν με την ιστορική διακήρυξη προσδιόρισε και ιστόρισε το μέλλον της χώρας για τα επόμενα πολλά χρόνια, βρισκόμαστε εδώ, παρόντες, όχι για να μπούμε σε μια νέα αφετηρία ανταγωνισμών και στόχων, αλλά να συνεγείρουμε συνειδήσεις, να συμπαρασταθούμε σε αγωνίες και αγώνες, που οφείλει και μπορεί το ΠΑΣΟΚ, ανανεωμένο σε ανθρώπους και ιδέες, εκφραστής της μεγάλης Δημοκρατικής παράταξης να δώσει, να συμπαρασταθούμε ιδιαίτερα στους νέους ανθρώπους, στα νέα στελέχη της παράταξης, στους νέους Βουλευτές που αγωνίζονται να αντιμετωπίσουν προβλήματα, που δεν δημιούργησαν, για όποια λάθη η παραλείψεις, που με καλή προαίρεση αλλά λάθος εκτίμηση δεδομένων κάναμε.

Από πολλούς, στο δημόσιο λόγο με πολύ ρηχή πολιτική ανάλυση, μπαίνει το ερώτημα, εάν χρειάζεται το ΠΑΣΟΚ ως πολιτικός φορέας της κεντροαριστεράς, του σοσιαλιστικού σοσιαλδημοκρατικού χώρου, με σύγχρονα ευρωπαϊκά χαρακτηριστικά, ως πολυσυλλεκτικού εν δυνάμει κυβερνητικού, όχι συμπληρωματικού κόμματος η όχι.

Η απάντηση αδιαμφισβήτητα, είναι ναι και αυτό το ναι, θα τεκμηριωθεί με βάσει την πρόσφατη, αλλά και την παλαιότερη ευρωπαϊκή εμπειρία .

Ερώτημα πρώτο, όπως μπαίνει από κάποιους:

Η Αρχιτεκτονική του πολιτικού συστήματος, θα απεικονίζεται από ένα φιλοευρωπαϊκό πόλο και δύο ιμιτασιόν η ορίτζιναλ αντιευρωπαϊκούς πόλους, έναν ακροδεξιό και έναν ακροαριστερό?
Η θεώρηση αυτή είναι λάθος.
Η Αρχιτεκτονική, θα απεικονιστεί με δύο φιλοευρωπαϊκούς πόλους, ένα συντηρητικό και ένα προοδευτικό, σοσιαλδημοκρατικό, σοσιαλιστικό αφενός και δύο περιθωριακούς, αντιευρωπαϊκούς πόλους, ένα ακροδεξιό και ένα ιδιόμορφο υποκομμουνιστικού η κομμουνιστικού ύφους, «αριστερό».

Αυτό εμφανίζεται σε όλη την Ευρώπη, ακόμη και εκεί που αναπτύχθηκαν ισχυρές ακροδεξιές ρατσιστικές εκφράσεις, στην συνέχεια συρρικνώθηκαν και συρρικνώνονται, οι δε κομμουνιστικής η υποκομμουνιστικής υφής αριστερές εκφράσεις, συρρικνώνονται και αυτές, μέχρις εξαφάνισης από τα εθνικά κοινοβούλια.

Στην Ελλάδα, βρισκόμαστε σε προσωρινά παραμορφωτική περίοδο, της Αρχιτεκτονικής του πολιτικού συστήματος, με νέα ανορθόδοξα πολιτικά μορφώματα, λόγω της απόλυτα δικαιολογημένης λαϊκής οργής και αγανάκτησης.

Τα όρια αυτών των ιδιόμορφων μορφωμάτων, τα όρια επιβίωσής των, καθορίζονται από τα όρια της ομαλοποίησης της οικονομικής και κοινωνικής ζωής, από το όριο δηλαδή της ανάδρασης της χώρας.

Είναι ορατό πάντως, ότι ορισμένοι επιχειρούν με φτιασιδώματα, να καταλάβουν τον αρχιτεκτονικά πολιτικό χώρο του ΠΑΣΟΚ και αυτό το ΠΑΣΟΚ, δεν πρέπει να το επιτρέψει.
Ερώτημα δεύτερο:

Πως δημιουργείται και αναπτύσσεται ο προοδευτικός, σοσιαλιστικός, σοσιαλδημοκρατικός χώρος; αρκεί η όχι η ανασυγκρότηση του ΠΑΣΟΚ να καλύψει αυτόν τον χώρο;
Στο ερώτημα αυτό, επιχειρούν να απαντήσουν κάποιοι ακόμη και τέως και νυν στελέχη του ΠΑΣΟΚ, με λάθος τρόπο.

Ουσιαστικά προτείνουν, να προκύψουν κάποιες ομάδες από το σημερινό ΠΑΣΟΚ, αυτοκαθορίζοντας την δική τους πορεία και στην συνέχεια, με άλλες δυνάμεις, διάσπαρτες του ΠΑΣΟΚ στην κοινωνία, να φτιάξουν ένα νέο φορέα, δηλαδή να διαιρεθούμε, να μοιραστούμε και να ξαναενωθούμε, ανακατανέμοντας ρόλους .

Αυτές οι απόψεις στην πολιτική ιστορία, είναι ασκήσεις επί χάρτου, καλές για σεμινάρια και σενάρια, όμως πολιτικά αλυσιτελείς, μη λαμβάνοντας υπόψη το βασικό στοιχείο της διαμόρφωσης των
πολιτικών ροπών, ότι δηλαδή, αυτές διαμορφώνονται με κινήσεις μέσα στην κοινωνία και όχι σε συνθήκες εργαστηρίου.

Είναι προσεγγίσεις λάθος και ανιστόρητες και ουδέποτε έχουν επιβεβαιωθεί.

Στην οργανωμένη πολιτική και κομματική δράση, αυτές λέγονται απόψεις και προτάσεις και κατατίθενται στα πλαίσια ενός δημοκρατικού κόμματος, σε δημοκρατικό διάλογο στην κοινωνία, δεν διακατέχονται από το εγώ του συνεχούς πολιτικού αυτοκαθορισμού και το εγώ της όποιας πολιτικής ιδιαιτερότητας, αλλά από την ικανότητα να πείσουν και να συνδράμουν στον ανακαθορισμό ενός νέου συλλογικού και μεγάλου πολιτικού εγώ, που θα εκφράσει ευρύτερες πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις.

Αυτόν ακριβώς τον ρόλο επεφύλαξε το ΠΑΣΟΚ για τον εαυτό του και δικαιωνόταν από τους πολίτες, αυτόν πρέπει να δικαιώσει και τώρα.

Το ΠΑΣΟΚ του ιδρυτή του Α. Παπανδρέου, της Μελίνας, της Αμαλίας Φλέμιγκ, του Γεννηματά, του Αλευρά, του Πεπονή, του Βερυβάκη και άλλων και άλλων, παραμένει ζωντανό στις καρδιές των πολιτών.

Το ΠΑΣΟΚ του πρόσφατου παρελθόντος, έχει σε μεγάλο βαθμό απογοητεύσει, έχει οργίσει, έχει κρυώσει τους πολίτες, η ρίζα όμως παραμένει και αυτήν ακριβώς την ρίζα, οφείλει το ΠΑΣΟΚ σήμερα να ζωντανέψει, με σύγχρονες αντιλήψεις, με αυτοκριτική, με ανανέωση προσώπων, θεσμών και θέσεων.

Το ΠΑΣΟΚ δεν είναι μόνο παρελθόν και ανάμνηση, μπορεί να γίνει ζωντανό παρόν και μέλλον, φτάνει πλήρως ανανεωμένο, να ξαναπιάσει πολιτικά και ιδεολογικά το νήμα της ιστορίας του, με το σύγχρονο βηματισμό του.

Οργανωτικά και θεσμικά, να γίνει επιτέλους ένα σύγχρονο, θεσμικά ολοκληρωμένο, δημοκρατικά διαρθρωμένο συμμετοχικό κόμμα, αφήνοντας στο παρελθόν τους όποιους αρχηγικούς αταβισμούς, τις αυτοεξαιρέσεις, τους ιδιότυπους βεντετισμούς που έχουν προ πολλού εξαφανιστεί από την πολιτικά σύγχρονη Ευρώπη, αλλά αποτελούν μια όχι θετική παρακαταθήκη στην πρόσφατη Ελληνική πολιτική ιστορία.

Το επικείμενο συνέδριο του ΠΑΣΟΚ, είναι μια μοναδική ευκαιρία, αλλά και μια ανάγκη να γίνει το νέο ξεκίνημά του, με την αδιαπραγμάτευτη όμως προϋπόθεση, να διατηρήσει και να ενίσχυσει την ενότητά του και την υπέρβαση των όποιων αντιθέσεων.

Σ αυτήν την πορεία, όλοι έχουν θέση και γνώμη και άποψη, γνώμη και άποψη ουσίας και όχι «αυτοεπιβεβαιούμενης» προφητείας.

Σ αυτή την πορεία, ας ανθίσουν όλα τα λουλούδια, με την προϋπόθεση, ότι όλα τα λουλούδια θα ανθίσουν στο ίδιο περιβόλι …

Υστερόγραφο:
Το ότι στο κείμενο, ορισμένες φορές, αναφέρομαι στον πληθυντικό, απορρέει από το ότι σε πολλές συζητήσεις που έχω κάνει, έχω διαπιστώσει σημαντικά συγκλίνουσες απόψεις πολλών στελεχών.

Γιάννης Σουλαδάκης
Τ. μέλος του Ε.Γ της Κ.Ε του ΠΑΣΟΚ, τ. Ευρωβουλευτής.