Υπό τα πυρά των αγορών βρέθηκε χθες, Δευτέρα, η Ιταλία μετά την ανακοίνωση της επικείμενης παραίτησης του πρωθυπουργού Μάριο Μόντι που θεωρείται ο κύριος παράγων πολιτικής και οικονομικής σταθερότητας και ο οποίος έσπευσε να δώσει από το Όσλο τη διαβεβαίωση ότι η χώρα δε θα γνωρίσει πολιτικό κενό.

Οι επενδυτές αντέδρασαν σφοδρά το πρωί της Δευτέρας τόσο στην προοπτική επιστροφής του Σίλβιο Μπερλουσκόνι στην πολιτική σκηνή, όσο και στη γνωστοποίηση της πρόθεσης του Μάριο Μόντι να παραιτηθεί μετά την ψήφιση του προϋπολογισμού εξαιτίας της διάρρηξης του κυβερνητικού συνασπισμού.

Απέναντι στη νευρικότητα των αγορών ο Μάριο Μόντι, από το Όσλο όπου βρισκόταν για να συμμετάσχει στην τελετή της απονομής του βραβείου Νόμπελ Ειρήνης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, έσπευσε να καλέσει σε αποδραματοποίηση, να διαβεβαιώσει ότι δε θα υπάρξει κενό στον μηχανισμό λήψεως αποφάσεων στην Ιταλία και ότι η κυβέρνηση θα παραμείνει στη θέση της.

Η αναταραχή στην ιταλική πολιτική σκηνή προκάλεσε την ανησυχία άλλων εύθραυστων οικονομιών της ευρωζώνης, αρχής γενομένης από την Ισπανία: «οι αμφιβολίες για την πολιτική σταθερότητα» της Ιταλίας έχει «άμεσες συνέπειες μετάδοσης» στην Ισπανία, δήλωσε ο ισπανός υπουργός Οικονομικών Λουίς ντε Γκίντος.

Πολλοί ευρωπαίοι ηγέτες έπλεξαν τον εγκώμιο του Μάριο Μόντι και του έργου του και ζήτησαν η Ιταλία να συνεχίσει την πορεία αυτή, ώστε να μην αποδυναμωθεί και πάλι η Ευρώπη. Από την άλλη πλευρά, πλήθος επικρίσεων διατυπώθηκε κατά του «Καβαλιέρε».

«Η Ιταλία δεν πρέπει να σταματήσει την πορεία των μεταρρυθμίσεων τη στιγμή που έχει ολοκληρώσει τα δύο τρίτα του δρόμου. Αυτό θα βύθιζε όχι μόνο την Ιταλία, αλλά και την Ευρώπη, σε ζώνη αναταράξεων», δήλωσε ο υπουργός Εξωτερικών της Γερμανίας Γκίντο Βέστερβέλε.

«Δεν υπάρχει εναλλακτική λύση στη σημερινή πολιτική της δημοσιονομικής ανάταξης και διόρθωσης», προειδοποίησε ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόζο με δηλώσεις του στην ιταλική τηλεόραση.

Ο πρόεδρος της Γαλλίας Φρανσουά Ολάντ εξέφρασε την αισιοδοξία του, «Είμαι πεπεισμένος ότι αυτό που συνέβη θα επιτρέψει στην Ιταλία να βρει μία κυβέρνηση σταθερή μετά τις εκλογές του Φεβρουαρίου. Και πιστεύω ότι υπάρχει στον Μόντι η βούληση, όχι να παραιτηθεί , καθόλου, αλλά αντίθετα να δεσμευθεί για τη χώρα του».

Ο Μάριο Μόντι ανέλαβε την πρωθυπουργία επικεφαλής κυβέρνησης τεχνοκρατών τον Νοέμβριο 2011 αντικαθιστώντας τον Μπερλουσκόνι, και χαίρει της εκτιμήσεως των ευρωπαίων εταίρων του αφού κατόρθωσε να απομακρύνει την Ιταλία από το βάραθρο του δημοσίου χρέους και να εφαρμόσει σειρά μεταρρυθμίσεων στους τομείς των συντάξεων και της απασχόλησης.

Ωστόσο, η δημοτικότητά του επλήγη λόγω της εφαρμογής της πολιτικής λιτότητας, και κυρίως εξαιτίας της αύξησης των φόρων, καθώς και των αρνητικών επιδόσεων της ιταλικής οικονομίας, με το ΑΕΠ να υποχωρεί κατά πέμπτο συνεχές τρίμηνο.

Προς το παρόν, ωστόσο, η δημοτικότητα του Σίλβιο Μπερλουσκόνι παραμένει χαμηλή, ενώ ο σοσιαλιστής Πιερλουίτζι Μπερσάνι, που προηγείται στις δημοσκοπήσεις, έχει δεσμευθεί ότι θα συνεχίσει στον δρόμο των μεταρρυθμίσεων.

Μεγάλο ερωτηματικό παραμένουν οι προθέσεις του «Προφεσόρε»: ο Μάριο Μόντι, αν και εξέφρασε πρόθεση παραίτησης, δεν έχει παραιτηθεί. Θα μπορούσε να θέσει υποψηφιότητα στις εκλογές, όπως αφέθηκε διακριτικά να εννοηθεί από το περιβάλλον του, μπορεί να μεταπηδήσει στην προεδρία της Ιταλικής Δημοκρατίας. Πάντως χθες έδωσε τη διαβεβαίωση ότι δεν κάνει σκέψεις.

Ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι αντέδρασε οργισμένα «στις υπερβολικές και ανάρμοστες αντιδράσεις ορισμένων πολιτικών και ορισμένων εφημερίδων». «Είναι προσβλητικές απέναντι στην ελευθερία επιλογής των Ιταλών», είπε προσπαθώντας παράλληλα να παρουσιασθεί ως ένθερμος ευρωπαϊστής και υπερασπιστής της ιταλικής οικονομίας απέναντι στους «κερδοσκοπικούς ελιγμούς».

 

protothema.gr