Σπεύδω εξ’ αρχής να διευκρινίσω ότι ως απλός καταναλωτής, θα ήθελα όλα τα καταστήματα να είναι ανοιχτά και τις Κυριακές. Θέλω επίσης να επισημάνω ότι ούτε βαθύς γνώστης των θεμάτων της αγοράς είμαι, άρα δεν μπορώ να εκτιμήσω αν θα την ωφελήσει το μέτρο του ανοίγματος των καταστημάτων τις Κυριακές ούτε μπορώ να μπω στη θέση των καταστηματαρχών και των υπαλλήλων τους, άρα πιθανώς να προσεγγίζω το θέμα υποκειμενικά. Εκεί όμως που νομίζω ότι είμαι αντικειμενικός είναι ότι τα περισσότερα επιχειρήματα όσων βγήκαν από την πρώτη στιγμή στα κάγκελα εναντίον του μέτρου συνιστούν εκτροχιασμό της κοινής λογικής.

Η πρόταση του Υπουργείου Ανάπτυξης είναι «προαιρετικό άνοιγμα των καταστημάτων έως 250 τ.μ. τις Κυριακές», που σημαίνει ότι όποιος έχει ένα μικρομεσαίο κατάστημα και θέλει, μπορεί να ανοίγει και τις Κυριακές. Σύμφωνα με το Υπουργείο, τα προσδοκώμενα οφέλη, είναι το άνοιγμα μιας καινούριας «αγοράς της Κυριακής», η αύξηση του εβδομαδιαίου τζίρου των μικρών εμπορικών καταστημάτων, η καλύτερη εξυπηρέτηση των καταναλωτών, η αύξηση της απασχόλησης και των τζίρων κ.λπ. Συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς, αυτά είναι τα βασικά επιχειρήματα υπέρ του μέτρου και ως τέτοια έχουν μία λογική βάση. Όσοι διατύπωσαν ενστάσεις εναντίον του προέβαλαν τέσσερα βασικά επιχειρήματα που, κατά τη γνώμη μου, δεν αντέχουν στη λογική. Ας τα δούμε ένα προς ένα:

1ον: Πολλοί μικροί καταστηματάρχες δεν έχουν τη δυνατότητα να κρατήσουν ανοιχτά τα μαγαζιά τους επτά ημέρες την εβδομάδα. Το επιχείρημα αυτό δεν αντέχει σε πολλή κριτική, απαντάται αυτονόητα από την ίδια την πρόταση που έπεσε στο τραπέζι η οποία μιλάει για «προαιρετικό άνοιγμα». Κανείς δεν είναι υποχρεωμένος να ανοίγει με το ζόρι. Αν δεν θέλει ή δεν μπορεί, κρατάει κλειστό το μαγαζί του.

2ον: Ο κόσμος δεν ψωνίζει όχι γιατί δεν έχει χρόνο αλλά γιατί δεν έχει χρήματα. Σύμφωνοι. Δηλαδή τις άλλες μέρες της εβδομάδας έχει λεφτά και ειδικά τις Κυριακές δεν του περισσεύουν για να ψωνίσει; Ακόμα όμως κι αν υποθέσουμε ότι είναι έτσι, αφού το άνοιγμα είναι προαιρετικό, δεν εμποδίζει κανένας τον οποιοδήποτε καταστηματάρχη που δεν έχει πελατεία τις Κυριακές να μείνει κλειστός. Πάντως και το 2005, πολύ πριν την κρίση, που ο κόσμος είχε περισσότερα χρήματα η ίδια ρύθμιση που επιχειρήθηκε τότε προσέκρουσε πάλι σε ανάλογες αντιδράσεις και δεν προχώρησε.

3ον: Η ρύθμιση λειτουργεί εις βάρος των μικρών και προς όφελος των μεγάλων καταστημάτων. Το επιχείρημα και πάλι είναι αβάσιμο από την ίδια την ρύθμιση που προβλέπει άνοιγμα για καταστήματα έως 250 τ.μ. δηλαδή για μικρά και μεσαία καταστήματα ενώ, εξ’ όσων γνωρίζω, απαγορεύεται να ανοίξουν όσα μαγαζιά ανήκουν σε γνωστές αλυσίδες λιανικής. Άρα μάλλον προς όφελος των μικρομεσαίων καταστημάτων είναι αφού τους δίνει ένα πλεονέκτημα να λειτουργούν μόνον αυτοί τις Κυριακές.

4ον: Η ρύθμιση δεν έχει κανένα όφελος ούτε για την οικονομία ούτε για τους εργαζόμενους. Αν και τα δεδομένα από χώρες της Ευρώπης όπου λειτουργούν καταστήματα τις Κυριακές αλλά και τα στοιχεία από σοβαρές ανεξάρτητες μελέτες δείχνουν το αντίθετο, ας υποθέσουμε ότι υπάρχει πράγματι πιθανότητα να μην ωφελήσει κανέναν το μέτρο. Γιατί όμως να μην το δοκιμάσουμε; Ποια λογική έχει η πεισματική άρνηση σε μια πρωτοβουλία που όσες πιθανότητες έχει να αποτύχει άλλες τόσες έχει και να πετύχει; Ας εφαρμοστεί το μέτρο κι εάν τελικά αποτύχει, τότε η ίδια η αγορά από μόνη της θα το ακυρώσει στην πράξη.

Δεν με ενδιαφέρει να υποστηρίξω ντε και καλά το μέτρο, άλλωστε δεν πιστεύω ότι αποτελεί και καμία μεγάλη μεταρρύθμιση. Γνωρίζουμε όλοι ότι είναι πολλά άλλα που πρέπει να γίνουν για να εξυγιανθεί και να λειτουργήσει σωστά η αγορά στην Ελλάδα. Από την αντιμετώπιση του παραεμπορίου και του προβλήματος της υπερφορολόγησης των (έντιμων) επιχειρήσεων ή της φοροδιαφυγής των υπόλοιπων, μέχρι την πάταξη των εναρμονισμένων πρακτικών, της μαύρης εργασίας και πολλών άλλων. Άλλο όμως αυτό κι άλλο η ακινησία που επιλέγουν συνειδητά ορισμένοι παράγοντες της αγοράς αντιδρώντας με αυτόν τον τρόπο απέναντι σε οποιαδήποτε νέα πρόταση. Μου κάνει εντύπωση η γύμνια των επιχειρημάτων και η επίδειξη κακοπιστίας όσων σπεύδουν να χαρακτηρίσουν εξ’ ορισμού αποτυχημένο ένα (προαιρετικό) μέτρο πριν καν εφαρμοστεί. Και από όλη αυτή τη συζήτηση απουσιάζει τελείως ο πελάτης - καταναλωτής που είναι ο τελικός ενδιαφερόμενος και εκείνος που έστω με τις περιορισμένες πλέον αγορές του συνεχίζει κι αιμοδοτεί τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Δυστυχώς φαίνεται η βαθειά κρίση που περνάμε να μην μας έχει διδάξει τίποτα. Η ίδια φοβικότητα, η ίδια στείρα άρνηση απέναντι σε κάθε τι καινούριο επικρατεί δυστυχώς ακόμα και σήμερα στη χώρα μας. Κάποιοι επιλέγουν την ακινησία και τις κραυγές χωρίς έστω να αφήνουν ένα παράθυρο διαλόγου, χωρίς να κάνουν δεύτερες σκέψεις ή έστω μία εποικοδομητική αντιπρόταση. Μια τέτοια σκέψη που κάνω, για παράδειγμα, είναι η εξής: μπαίνω στη θέση ενός ξένου επισκέπτη που κάνει βόλτα μια Κυριακή του Ιουνίου στον Πλατανιά που τα πάντα είναι ανοιχτά και αμέσως μετά κάνει μία βόλτα, σε απόσταση 20 λεπτών, στο έρημο κέντρο της πόλης των Χανίων… Φαντάζομαι το σοκ που παθαίνει και μετράω έναν πιθανό πελάτη που χάνεται.

Αναρωτιέμαι αν οι εκπρόσωποι των καταστηματαρχών, που είναι οι κύριοι εκφραστές της αντίθεσης στο άνοιγμα των καταστημάτων, εκφράζουν τις απόψεις όλων των επιχειρηματιών και όλων των εργαζόμενων στον κλάδο. Ειδικά στις τουριστικές περιοχές θα περίμενα να έχουν ζητήσει οι ίδιοι οι εμπορικοί σύλλογοι να έχουν την δυνατότητα να ανοίγουν όλες τις μέρες της εβδομάδας ή τουλάχιστον να δοκιμάσουν να ανοίξουν ορισμένες Κυριακές το χρόνο. Κι αν δουν ότι τους βγαίνει ας το συνεχίσουν εάν όχι ας γυρίσουν στο προηγούμενο καθεστώς αφού έτσι κι αλλιώς έχουν επιλογή. Όπως και να έχει όμως, το ξερό και κατηγορηματικό «όχι σε όλα» είναι εκτός κοινής λογικής και δεν μπορεί να αποτελεί επιλογή.

Δημήτρης Φραγκάκης
Πολιτικός Επιστήμονας