Ο εκδοτικός οργανισμός ΛΙΒΑΝΗ με το Public στο χώρο εκδηλώσεων του Συντάγματος, στις 06/02/2013, πραγματοποίησαν την επίσημη παρουσίαση του νέου βιβλίου του Λευτέρη Κουλιεράκη με τον τίτλο: «ΑΡΡΙΖΟΙ». Προλόγισε ο Γιάννης Πανούσης, καθηγητής εγκληματολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών, ο Θανάσης Χειμωνάς, συγγραφέας, ο Δημήτρης Καμπουράκης, συγγραφέας-δημοσιογράφος κι ο ίδιος ο συγγραφέας του μυθιστορήματος. Αποσπάσματα διάβασαν οι ηθοποιοί Μιχάλης Μαρκάτης και Χαρά Ζησιμάτου, με τις οδηγίες της σκηνοθέτιδας Κυριακής Σπανού Παπαδάκη.

 Οι ομιλητές μεταξύ άλλων είπαν:

 Γιάννης Πανούσης: «Ο βασικός πυρήνας του βιβλίου κατά την γνώμη μου είναι η μοίρα. Άραγε την έχουμε στα χέρια μας; Τα σύνορα της επιστήμης της λογοτεχνίας και της φαντασίας είναι απατηλά κατά βάση. Δηλαδή έχουμε μια σύγχυση το τι είναι προκατάληψη και τι είναι υπαρξιακή αγωνία. Ο κόσμος των καθρεπτών και ο κόσμος των ανθρώπων δεν ήταν πάντοτε χωρισμένοι όπως είναι σήμερα. Ο καθένας μπορούσε να πηγαινοέρχεται μέσα από τους καθρέπτες. Αυτό ακριβώς έκανε ο Λευτέρης: μας μπάζει και μας βγάζει μέσα από καθρέπτες και μύθους. Μες στο βιβλίο θα βρούμε μύθους και αυτό σημαίνει ότι θα βρούμε αρχέτυπες εικόνες. Το βιβλίο του Λευτέρη είναι γεμάτο συμβολισμούς. Μας ζητά να ανοίξουμε μια πόρτα, να μπούμε σε ένα μαύρο κόσμο, και να προσπαθούμε να καταλάβουμε που, ποιοι και τι είμαστε. Για άλλη μια φορά ο Λευτέρης με εξέπληξε με το «σκοτεινό» μυθιστόρημα του. Τελειώνω την δική μου προσέγγιση με την φράση που μου έμεινε και που νομίζω ότι είναι και η ουσία του μυθιστορήματος: οι άρριζοι δεν είναι πρόσφυγες, ορφανοί ή ξένοι. Όλοι αυτοί ξεριζωμένοι είναι, ζουν με την ελπίδα να ξαναριζώσουν. Οι άρριζοι δεν ανήκουν πουθενά δεν έχουν το ριζικό σύστημα που να τους δένουν με τόπους και ομάδες. Ζουν σε ένα μυαλό και σε ένα σώμα που δεν ανήκει καν στους ίδιους. Αυτή η σκέψη του Λευτέρη είναι αρκετή για να διαβάσει κανείς το βιβλίο του. Μας μεταφέρει στο χάος, με λογοτεχνική δεξιοτεχνία, όμως μας δίνει και την δυνατότητα να ξαναγυρίσουμε λίγο μέσα μας. Ποιοι άραγε είμαστε; Δεν ξέρω αν ο Έλληνας πλέον έχει ταυτότητα, αν η Ελλάδα έχει οντότητα ή αν ψάχνει να την βρει. Αξίζει να το διαβάσει κανείς αυτό το βιβλίο», λέει χαριτολογώντας, «γιατί και ο σκοτεινός κόσμος του Λευτέρη καμιά φορά μπορεί να βάλει φωτιά στην Ελλάδα».



 Δημήτρης Καμπουράκης: «Οι άρριζοι βιβλίο μοναχικό και ατίθασο. Δεν διαβάζεται χιαστή. Δεν επιδέχεται χαρούμενης ή εύκολης βιβλιοκριτικής. Όταν η ανάγνωση του τελειώσει, ο βιβλιοπαρουσιαστής σηκώνει τα χέρια. Βιβλίο ουσία δύσκολο και αρκούντως σκοτεινό, ταιριασμένο με τους καιρούς μας. Εκπληκτικό το νέο σου μυθιστόρημα φίλε Λευτέρη». Συναισθηματικά φορτισμένος συνέχισε: «Ο συγγραφέας διόλου άρριζος. Είμαστε γεννημένοι στα ίδια χώματα, κι εγώ κι αυτός. Και τώρα δυσκολεύομαι να αποδεχθώ την έννοια του χρόνου και να φανταστώ ότι ο τότε μικρότερος μου Λευτέρης, σήμερα γράφει έτσι. Το ίδιος υποθέτω δυσκολεύεται και ο ίδιος να αντιληφθεί πως ο τότε Καμπουράκης κατέληξε σήμερα έτσι. Τα μονοπάτια της ζωής είναι αλλόκοτα και το βασικό τους χόμπι, δυστυχώς είναι ασκήσεις συμβιβασμών και προδοσίας. Ας είναι… Άρριζοι, εκπληκτικής γραφής κείμενο. Οι ήρωες σου είναι αντιήρωες. Βαρύ σκαρί το βιβλίο σου για να αρμενίσει στα πέλαγα των καιρών μας, όπου οι μόνοι ούριοι άνεμοι είναι η ασημαντότητα και η καταγγελία. Λευτέρη μου ας είναι καλοτάξιδοι οι υπέροχοι Άρριζοι».

 Θανάσης Χειμωνάς: «Οι άρριζοι είναι πολλά πράγματα. Το βιβλίο ξεκινά μες ένα σημείωμα του συγγραφέα προς τον αναγνώστη. Μιλώντας σε δεύτερο πρόσωπο, εκμυστηρεύεται στον αναγνώστη τον λόγο για τον οποίο γράφτηκε, ξεκαθαρίζοντας του με γλαφυρότητα. Σας διαβάζω: Θυμήσου: το κείμενο που έχεις στα χέρια σου απευθύνεται απολύτως και μόνο σε σένα, επαναλαμβάνω, θα σου χρειαστεί. Πίστεψε με! Κι όταν επιτελέσει τον σκοπό για το οποίο γράφτηκε, τότε κάνε το εσύ ότι νομίζεις. Σκίσε το. Κάψε το. Δημοσίευσε το. Μου είναι παντελώς αδιάφορο. Εγώ θα λείπω. «Στην συνέχεια μπαίνουμε σε ένα παραμύθι», συνεχίζει ο Χειμωνάς, «πρόκειται ουσιαστικά για μια αλληγορία, ένα μύθο που διαδραματίζεται σε μια φανταστική χώρα; Το παραμύθι θα μπορούσε να είναι ένας σκανδιναβικός μύθος, ένα ινδιάνικό παραμύθι, θα μπορούσε να είναι και το ξεκίνημα μιας ελληνικής τραγωδίας. Άλλωστε η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο Λευτέρης εκεί παραπέμπει. Στην συνέχεια αλλάζουμε πλάνο και ύφος γραφής. Περνά στην σύγχρονη Ελλάδα. Συναντάμε και ιστορικές αναφορές: στην έκρυθμης κατάστασης στην μέση ανατολή της δεκαετίας του `70, ή κάνει αναφορές στο ξεκίνημα της κρίσης που βιώνουμε σήμερα. Στους άρριζους η πλοκή περνά σε δεύτερο πλάνο. Κατά την γνώμη μου μεγαλύτερη σημασία έχει η γλώσσα και η φιλοσοφία του συγγραφέα. Λογοτεχνικά πετυχημένη, καινοτόμα επινόηση οι Άρριζοι. Καλοτάξιδοι, φίλε Λευτέρη».
   

Πριν ο συγγραφέας του μυθιστορήματος Λευτέρης Κουλιεράκης ευχαριστήσει ομιλητές και φίλους αναγνώστες, περίπου αλληγορικά, απάντησε περί του σκοτεινού: «Άραγε όταν κοιτάζεις την πανσέληνο τι βλέπεις; Ψευδαίσθηση. Δεν βλέπεις το φεγγάρι ολόκληρο, όχι, βλέπεις ακριβώς το μισό, αυτό δηλαδή της φωτεινής πλευρά του. Το υπόλοιπό το υποψιάζεσαι. Όμως η σκοτεινή είναι, ίσως, αυτή που κάνει όμορφη την πανσέληνο. Μες από το κείμενο λοιπόν επιχείρησα να γίνω υπερβατικός. Δεν ξέρω αν τα κατάφερα. Εξόχως δύσκολο. Ξέρω όμως ότι πλέον νοιώθω μια εσωτερική αυτάρκεια. Αισθάνομαι πλήρης. Υπέρβαση, νομίζω, είναι να βγαίνεις από το σκοτεινό κομμάτι σου, είτε φωτίζοντας το, είτε πηγαίνοντας στο φωτεινό. Αναζητώντας το φως, γράφοντας, ένοιωθα να ψυχαναλύομαι μπρος στα μάτια του αόρατου αναγνώστη που επέλεξα να ‘καταστρέψω’». Συναισθηματικά φορτισμένος ομολόγησε πως τους άρριζους τους έγραψε σε μια πολύ δύσκολη περίοδο της ζωής του, σε στιγμή απολύτως οριακή. «Δεν ξέρω αν επέλεξα την ορθή πλευρά της κορυφογραμμής, κι αν υψώνομαι ή αν πέφτω στα τάρταρα. Πλήγωσα πολύ και πληγώθηκα. Πορεύομαι, όμως. Άραγε έχουμε επιλογές και διλλήματα, ή μήπως είναι δικές μας νοητικές επινοήσεις; Ρωτώ. Κι ας υπαινίσσομαι στο βιβλίο μου, ότι η ζωή είναι ένας αόρατος πλην χαραγμένος μονόδρομος. Πέρα λοιπόν του αποτελέσματος, οι άρριζοι, ήταν για μένα και μια άσκηση ίασης. Τους ευχαριστώ».

Βραδιά πολιτισμού. Η κατάμεστη από κόσμο αίθουσα πλημμύρισε από εικόνες και ήχους, σαν αυτούς που κάτω από το αγέρωχο δέντρο αφουγκράστηκε ο Νέος του παραμυθιού. Επώδυνη νύχτα, όπως εξομολογήθηκε ο κ. Κουλιεράκης, λυτρωτική όμως. Τι συγκινητικότερο, όταν μια τέτοια βραδιά, ολοκληρώνεται τις πρώτες πρωινές ώρες με τσικουδιά που έφεραν από τα Χανιά καλοί φίλοι; «Συναποβγάλαμε τσι Άρριζους όπως τους έπρεπε», είπαν. «Ξεγυμνώνομαι μπροστά στα μάτια σας», εξομολογήθηκε ο Λευτέρης, «Για στερνή φορά μου το ζήτησαν οι Άρριζοι».