Σ όποια άκρη του κόσμου κι αν βρεθείς, η Αρχαία Ελλάδα είναι το πρώτο κεφάλαιο στο μάθημα της Ιστορίας, η αρχή του παντός. Κοινή διαπίστωση γιατί οι περισσότεροι ξένοι είναι ερωτευμένοι με την Ελλάδα. Μύθοι, Παρθενώνες, θεοί και φιλόσοφοι, τους «τραβούν» να τους δουν, να τους γνωρίσουν και να μην φύγουν ποτέ.

Μια ακόμα κατάθεση ψυχής καθ’ όλα επίκαιρη ανάμεσα στις μύριες που συχνά συναντάμε.

Στην αρχή ασυνείδητα, η αγάπη μου για την Ελλάδα εξελισσόταν με μεγάλες ταχύτητες. Σκεπτόμενη την κοιτίδα του πολιτισμού, της δημοκρατίας και της φιλοσοφίας, πάντα φανταζόμουν τις αρχαίες ελληνικές πόλεις. Αυτό το γεγονός πιστεύω ότι είναι ένας από τους λόγους που όλοι οι ξένοι περιμένουν τα απίθανα από το σύγχρονο ελληνικό κράτος.

Η Πρεσβεία της Ελλάδας στη χώρα μου, το 2004 είχε οργανώσει για πρώτη φορά μαθήματα ελληνικής γλώσσας, δωρεάν. Ήταν ένα έξυπνο βήμα για την προώθηση του ελληνικού πολιτισμού και της γλώσσας, με τεράστια ανταπόκριση της νεολαίας, αλλά και ηλικιωμένων ανθρώπων. Ήταν μια μοναδική ευκαιρία να μάθει κανείς ελληνικά. Κάποιοι ήταν ερωτευμένοι με την αρχαιότητα, άλλοι με τα νησιά. Κοινό στοιχείο, πάντως, ήταν ο έρωτας για ό,τι ήταν ελληνικό. Το αποτέλεσμα αυτής της πρωτοβουλίας, ήταν το να υπάρχουν δεκάδες άτομα, με έστω τις βασικές γνώσεις στα ελληνικά.

Η πορεία μου στα μαθήματα ελληνικών δεν διήρκεσε πολύ. Ερωτεύτηκα επιτόπου και αποφάσισα να κάνω τα πάντα για να βρω μια θέση κάτω από τον ελληνικό ήλιο. Ακριβώς έτσι και έγινε, με την υποτροφία που πήρα από το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών. Χωρίς κανένα δισταγμό, έφυγα με προορισμό την Θεσσαλονίκη για σπουδές πλέον στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο.

Στην Ελλάδα ήρθα τον Οκτώβριο του 2007. Για τις γνώσεις που έχω αποκτήσει στα ελληνικά μέσα σε ένα χρόνο υπεύθυνη ήταν η Σχολή Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, και η καθηγήτριά μου Γωγώ Γαβριηλίδου. Ένα ολόκληρο χρόνο κράτησε η πρώτη μου επαφή με την ελληνική γλώσσα και το πολιτισμό.

Οι θετικές εντυπώσεις και ο ενθουσιασμός κράτησαν τα πρώτα δυο χρόνια. Καθώς περνούσε ο καιρός, όμως, δεν ήμουν πλέον επισκέπτρια. Έμενα σ’ αυτήν την κοινωνία, παρατηρώντας και τα αρνητικά σημεία που περιείχε το αντικείμενο της λατρείας μου.

Όσο φρασεολογικό και να ακούγεται, έχουν δίκιο όταν λένε ότι οι μεγαλύτεροι πατριώτες ενός έθνους είναι οι πιο παθιασμένοι κριτικοί του. 

Νιώθω ότι η Ελλάδα έχει πολλά πράγματα να αλλάξει. Σίγουρα, δεν είμαι το αρμόδιο άτομο να ασκήσω κριτική σε ένα ολόκληρο σύστημα και μια χώρα, αλλά η αγάπη μου για τον ελληνισμό μου δίνει το θάρρος να το κάνω.

Πώς βλέπουμε εμείς, οι ξένοι, την Ελλάδα; Και πώς βλέπει η Ελλάδα τους ξένους;

 Η Ελλάδα πάντα στα μάτια του λαού μου ήταν συνώνυμη με τον πολιτισμό, την παράδοση, τον χορό του Ζορμπά, την καλή ζωή. Αντιθέτως, οι άνθρωποι πάντα με την συμπεριφορά τους επιβεβαίωναν τις φιλικές σχέσεις των λαών μας. Όμως, δεν έχουν όλοι οι ξένοι την ίδια αντιμετώπιση στην Ελλάδα. Αυτή η διαφορά έκανε τους διαφορετικούς ξένους να βλέπουν την Ελλάδα με διαφορετικό μάτι.

 

Στους Έλληνες αρέσει αυτό που τους μοιάζει. Νοοτροπίες που δεν γνωρίζουν όρια και δισταγμούς. Ό,τι και να κάνουμε, το κάνουμε υπερβολικά, χωρίς μέτρο. Τραγουδάμε υπερβολικά, χαιρόμαστε υπερβολικά, υποφέρουμε υπερβολικά, γλεντάμε υπερβολικά. Από την άλλη, έχουνε αυτό που όλοι θέλουν να πάρουν. Το πάθος για την ζωή, το τραγούδι και το γλέντι, τα έντονα συναισθήματα –την ομορφιά του δικού μας τρόπου ζωής.

Τώρα βρίσκομαι στην Αυστραλία. Μια χώρα το λειτουργικό σύστημα της οποίας είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς, νεοφερμένος σαν κι εμάς. Γραφειοκρατία, πανεπιστήμια, μέσα μαζικής μεταφοράς, όλα τα πιο ευαίσθητα σημεία μιας κοινωνίας, είναι στην εντέλεια. Χώρα στην οποία κανένας δεν ενδιαφέρεται για τη καταγωγή σου, ή για το θεό στον οποίο πιστεύεις. Μέρος στον οποίο συνυπάρχει μια παλέτα προσώπων, εθνικοτήτων, θρησκειών και παραδόσεων. 

Όλα αυτά έκαναν τις απορίες που φέρνω από την Ελλάδα να ξυπνήσουν και πάλι. Μ’ έκαναν να θυμηθώ πόσο ευτυχισμένοι είναι οι Έλληνες και εμείς που μένουμε εκεί, με κάποιες ιδιαιτερότητες του ελληνικού συστήματος, που δεν τα εκτιμάμε εφόσον είναι δεδομένα. Τα δημόσια πανεπιστήμια, τα δίδακτρα χωρίς χρέωση, προκαλούν μεγάλη έκπληξη στους υπηκόους της Αυστραλίας.

Αναρωτήθηκα ξανά: Γιατί η ελληνική γραφειοκρατία δεν λειτουργεί; Γιατί η αργοπορία στην εξυπηρέτηση είναι δεδομένο; Γιατί δεν σεβόμαστε το ελληνικό περιβάλλον, αλλά ξέρουμε πώς να συμπεριφερόμαστε όταν πάμε «έξω»; Γιατί δεν εκτιμάμε αυτά που έχουμε όσο τα εκτιμάει ο κάθε ξένος; 

Γιατί να μην υπάρχει μεγαλύτερη πειθαρχία; Γιατί τα πανεπιστήμια να μην είναι πιο αυστηρά, με υποχρεωτική παρακολούθηση μαθημάτων; Γιατί να λύνουμε τα προβλήματα με τις απεργίες και τις καταλήψεις;

 Η νοοτροπία δεν μπορεί άλλο να είναι δικαιολογία. Η νοοτροπία του «σιγά-σιγά» και «χαλαρά» στο σημερινό γρήγορο κόσμο δεν πετυχαίνει. Ίσως ήρθε η ώρα κάποια πράγματα να αλλάξουν;

Πέρυσι βρέθηκα σ ένα σεμινάριο στη Ρωσία. Ερχόμενη σε επαφή με την νεολαία απ’ όλο το κόσμο, συνειδητοποίησα ότι η «ελληνική οικονομική κρίση» των τελευταίων δυο χρονών έκανε τους ανθρώπους να ξεχάσουνε τους αιώνες του ελληνικού πολιτισμού. Η κρίση ήταν το πρώτο πράγμα που τους θύμιζε Ελλάδα, όχι πια η αρχαιότητα και ο Παρθενώνας.

Την περίοδο αυτή που η εικόνα της Ελλάδας χάνει πόντους σε παγκόσμια κλίμακα, είναι καθήκον του Έλληνα και της Ελλάδας να διαφυλάξει τη φήμη της, όχι της Γερμανίας και της κάθε Γερμανίας.

Αυτό που έχουμε ως δεδομένο, συχνά δεν το διαφυλάττουμε, δεν ξέρουμε την αξία του. Η Ελλάδα, όμως, έχει πολλά και πολύτιμα. Και πρέπει να τα προστατέψει, πριν τα χάσει.

Μια φορά, η καθηγήτρια Φιλοσοφίας που είχα στο Λύκειο στη πατρίδα μου, μου είχε πει ότι ο άνθρωπος αγαπάει τη χώρα του ακόμα περισσότερο όταν την εγκαταλείπει.

Δεν θα έλεγα ότι φταίνε απλά η απόσταση και η νοσταλγία. Φταίει και το γεγονός ότι, όντας απομακρυσμένος, βλέπεις πιο αντικειμενικά τα πλην και τα συν, σε σύγκριση με καινούργιο τόπο στον οποίο βρέθηκες.

 Εγώ τώρα αγαπώ ακόμα περισσότερο το σκαλοπάτι μου στη ζωή, την Ελλάδα. Με επίγνωση ότι είναι πολλή η ύλη που χρειάζεται να γίνει αντικείμενο επεξεργασίας για το καλύτερο μέλλον της.

Του Δημήτρη Ωραιόπουλου