Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης, στις 29 Μαϊου 1453, από τον σουλτάνο Μεχμέτ Β’, τον Πορθητή,με την συνεπακόλουθη εξαφάνιση του Βυζαντίου αποτελεί ένα μεγάλο ορόσημο στην ιστορία. Από τους ιστορικούς θεωρείται το γεγονός αυτό ως το χρονολογικό ορόσημο του τέλους του Μεσαίωνα. Σηματοδοτεί την απαρχή μιάς νέας περιόδου ακαταμάχητης εδαφικής μεγεθύνσεως και πολιτικής ενδυναμώσεως της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Ακολουθεί η πτώση της Αθήνας (1456), την οποία είχαν οι Φράγκοι, του Δεσποτάτου του Μοριά (1460),της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντος (1461) και των υπολειμμάτων του Δεσποτάτου της Ηπείρου. Μέσα σε λίγες δεκαετίες όλες οι περιοχές από την Ήπειρο έως την Αρμενία κατακτήθηκαν από τους Τούρκους.

Η περίοδος της Τουρκοκρατίας, η οποία για τους πληθυσμούς της Μικράς Ασίας είχε ήδη αρχίσει τον ενδέκατο αιώνα (1071),επεκτείνεται εδαφικά και εδραιώνεται. Θα συμπεριλάβει όλους τους λαούς των Βαλκανίων και ένα τμήμα των λαών της Κεντρικής Ευρώπης , φθάνοντας δύο φορές (1529 και 1683) στις παρυφές της Βιέννης, της μεγαλειώδους πρωτεύουσας των Αψβούργων.

Η Τουρκοκρατία θα επεκταθεί στη Μυτιλήνη (1462), στην Ρόδο (1522),στην Χίο (1566),στην Κύπρο (1571),στις Κυκλάδες (1579) και στην Κρήτη (1669),ύστερα από πολιορκία είκοσι-τεσσάρων (24) ετών (1645-1669).Έτσι, η κυριαρχία των Οθωμανών Αυτοκρατόρων επεκτάθηκε στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, από όπου εξεδίωξαν τους Ενετούς, τους Γενουάτες και το Τάγμα των Ιωαννιτών που, μέχρι σήμερα ονομάζεται και Τάγμα των Ιπποτών.

Στο απόγειο της εδαφικής μεγέθυνσής της (1453-1595), η Οθωμανική Αυτοκρατορία έφθασε μέχρι των ακτών της Βαλτικής Θάλασσας, των ρωσικών πεδιάδων νοτίως της Μόσχας, των δυτικών ακτών της Κασπίας Θάλασσας, των ακτών του Περσικού Κόλπου, των ακτών της σημερινής Υεμένης, συμπεριλαμβάνοντας την βόρεια Αφρική με σημαντική διείσδυση στην ενδοχώρα αυτής. Καθυπέταξε μία πλειάδα εθνών και λαών με διαφορετικούς πολιτισμούς, διαφορετικές γλώσσες και θρησκείες. Κατά την περίοδο αυτή ο Οθωμανός Μονάρχης είναι ο μόνος κοσμοκράτωρ.

Ίσως μία συμμαχία μεταξύ των Ενετών και των Γενουατών να μπορούσε να αναχαιτίσει την επέλαση των Τούρκων προς δυσμάς και να σώσει τους Ορθόδοξους λαούς της Χερσονήσου του Αίμου από τον ζυγό ενός αλλογενούς και αλλόθρησκου ηγεμόνα. Όμως, αντ΄αυτού, οι Ενετοί και οι Γενουάτες προτίμησαν να αποκτήσουν εμπορικά προνόμια στην αχανή Οθωμανική Αυτοκρατορία, παρά να συγκρουσθούν μαζί της στρατιωτικά.

Στην ιστορία των Τούρκων τρεις είναι οι σημαντικές ημερομηνίες:

α) 1071,έτος της μάχης του Ματζιγκέρτ μεταξύ του αυτοκράτορα του Βυζαντίου Ρωμανού Δ’ του Διογένη και του σουλτάνου των Σελτσούκων Τούρκων Αλπασλάν.H νίκη του Αλπασλάν επί του βυζαντινού αυτοκράτορα άνοιξε τις πύλες της Μικράς Ασίας στους Τούρκους.

β)1353, έτος της διέλευσης των Οθωμανών από τον Ελλήσποντο, γνωστό και ως στενά των Δαρδανελλίων, επί σουλτάνου Ορχάν(1324-1362) του δεύτερου Οθωμανού Μονάρχη. Για πρώτη φορά οι Τούρκοι, μετά τον εξισλαμισμό τους, πάτησαν το πόδι τους στην ευρωπαϊκή ήπειρο με σκοπό την εγκατάστασή τους και την επέκταση της πολιτικής κυριαρχίας τους και σε ευρωπαϊκά εδάφη, και

γ)1453, έτος της άλωσης της Κωνσταντινούπολης.

Ο πολιτικός και στρατηγικός προσανατολισμός των προερχομένων από την Κεντρική Ασία Τούρκων προς δυσμάς, προς την Ευρώπη είναι σταθερός και πάγιος. Η άλωση της Κωνσταντινούπολης ήταν η αναγκαία άρση ενός τελευταίου εμποδίου στην πορεία των Τούρκων προς δυσμάς, προς την Ευρώπη.

Σχετικά με τον σουλτάνο Μεχμέτ Β’, τον Πορθητή (1451-1481),τον έβδομο Οθωμανό Μονάρχη, να επισημάνω, ότι οι δυτικοί τον απεκάλεσαν Μωάμεθ. Αυτό όμως είναι ανακριβές, διότι το όνομά του δεν ήταν Μοχάμμεντ, όπως είναι το όνομα του Προφήτη, του ιδρυτού της Μουσουλμανικής θρησκείας, αλλά Μεχμέτ. Ενώ το όνομα Μοχάμμεντ είναι αρκετά διαδεδομένο μεταξύ των Αράβων, Περσών και λοιπών Μουσουλμάνων, οι Ογούζοι Τούρκοι, δηλαδή οι δυτικοί Τούρκοι, από τους οποίους κατάγονται οι σύγχρονοι Τούρκοι, διαφοροποιούμενοι από τους λοιπούς Μουσουλμάνους, δεν χρησιμοποιούν το όνομα του Προφήτη από σεβασμό προς αυτόν.

Ο Μεχμέτ Β’ ήταν ένας από τους τρεις υιούς του σουλτάνου Μουράτ Β’(1421-1451), του έκτου Οθωμανού Μονάρχη, τον οποίον διεδέχθη στον θρόνο. Η μητέρα του λεγόταν Χιουμά(1400-1449).Πιθανότατα πρόκειται για μία εξισλαμισθείσα παλλακίδα του Μουράτ Β’. Κατ’ ‘άλλους πρόκειται για την γαλλο-εβραία Εστέρ Στέλλα. Όταν πέθανε, ο υιός της Μεχμέτ ήταν τριών (3) ετών.Γι’ αυτό, ο Μουράτ Β’ ανέθεσε την διαπαιδαγώγηση και ανατροφή του μικρού βασιλόπαιδος σε μία άλλη γυναίκα του, την Μάρα Δέσποινα Μπράνκοβιτς-Κομνηνού (1412-1487), κόρη του ηγεμόνα της Σερβίας Γεωργίου Μπράνκοβιτς.

Η μητέρα της ήταν αδελφή του αυτοκράτορα Ιωάννη Δ’ Κομνηνού και είχε στενή συγγένεια με τους Καντακουζηνούς και με τους Παλαιολόγους. Μετά τον γάμο της με τον Οθωμανό Μονάρχη (1435), η Μάρα Δέσποινα παρέμεινε Χριστιανή Ορθόδοξη.

Μετέδωσε στον νεαρό Οθωμανό πρίγκιπα, ο οποίος είχε μάθει ελληνικά, τις γνώσεις που εκείνη είχε λάβει στο Ανάκτορο του ηγεμόνα-πατέρα της. Ο νεαρός πρίγκιπας διδάχθηκε τον πολιτισμό και την ιστορία των Ελλήνων, μαθήματα, τα οποία τον ενδιέφεραν περισσότερο από το μάθημα των Θρησκευτικών, το οποίο παραμελούσε και στο οποίο η επίδοσή του ήταν κάτω του μετρίου. Σαν να μην έφτανε αυτό, ατίθασος και ανυπάκουος χαρακτήρας όπως ήταν, λοιδορούσε και περιέπαιζε τους επίλεκτους ιεροδιδασκάλους που είχαν επιλεγεί για να μεταλαμπαδεύσουν στον μέλλοντα Οθωμανό-μουσουλμάνο ηγεμόνα την ορθή μουσουλμανική παιδεία.

Η συμπεριφορά αυτή του νεαρού Μεχμέτ ενέβαλε σε ανησυχίες τους Βεζίριδες (υπουργούς) του πατέρα του, δηλαδή του σουλτάνου Μουράτ Β’, στον οποίον μετέφεραν τις ανησυχίες τους για την διαπαιδαγώγηση της οποίας ετύγχανε ο Οθωμανός βασιλόπαις από την Χριστιανή θετή μητέρα του.

Κατόπιν των εντόνων αυτών παραπόνων, ο Μουράτ Β’ ανέθεσε σε ένα σκληρό μουσουλμάνο λόγιο την διδασκαλία του μαθήματος του Ιερού Νόμου του Ισλάμ στον ανυπάκουο πριγκιπικό υιόν του, δίδοντας του και μία βέργα με την ρητή εντολή να τιθασεύσει αυτό το ατίθασο παιδί του με την αποτελεσματική μέθοδο του ξυλοδαρμού. Η μέθοδος αυτή ευδοκίμησε και ο νεαρός Μεχμέτ μετεβλήθη σε επιμελή μελετητή του Κορανίου και των Χαντίθ (προφορικών παραδόσεων).

Από τις επτά (7) γυναίκες που απέκτησε ο Μεχμέτ Β’, οι τρεις (3) ήταν Ελληνίδες: 1.η Ελένη, κόρη του Δημητρίου, Δεσπότη του Μοριά. 2.η Άννα, κόρη του Αυτοκράτορα της Τραπεζούντος. Ο γάμος αυτός είχε σύντομη διάρκεια.3. η Αλεξία, Βυζαντινή πριγκίπισσα. Και οι τρεις (3) παρέμειναν Χριστιανές Ορθόδοξες μετά τον γάμο τους.

Ο βασιλόπαις Μεχμέτ αγάπησε την Μάρα Δέσποινα σαν πραγματική του μητέρα. Άλλωςτε την αποκαλούσε μητέρα, ποτέ δεν έπαυσε να την σέβεται, την εμπιστευόταν και της αποκάλυπτε τις κρυφές σκέψεις του. Όταν πέθανε ο Μουράτ Β’, εκείνη ζήτησε και έλαβε την άδεια από το ψυχοπαίδι της, τον νέο ηγεμόνα, για να της επιτραπεί να φύγει από το Ανάκτορο προκειμένου να μονάσει. Παρ’ όλα αυτά, ο Μεχμέτ Β’ την ανεκήρυξε Βασιλομήτορα, απονέμοντας της τον επίζηλο τίτλο της «Βαλιντέ Σουλτάνας».

Απεσύρθη σε ένα Πύργο στα μεσαιωνικά τείχη της Νιγρίτας (Γιέζοβο), γνωστός και σήμερα ως ο Πύργος της κυρά-Μάρας, όπου απεβίωσε. Ενταφιάσθηκε στη Μονή Εικοσιφοίνισσας στο Παγγαίο.

Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης άσκησε καθοριστική επιρροή στον ρουν των γεγονότων της ιστορίας , προκαλώντας τα εξής δύο (2) γεγονότα:

Α)την Αναγέννηση, δηλαδή την αξιοθαύμαστη άνθηση των τεχνών και των επιστημών υπό την επίδραση του ελληνικού και του ρωμαϊκού πολιτισμού. Η άνθηση αυτή οφείλεται στην αθρόα φυγή Ελλήνων λογίων από το διαρκώς εδαφικά συρρικνούμενο Βυζάντιο και στην εγκατάστασή τους στην Ιταλία, όπου διδάσκουν την ελληνική γλώσσα και φιλοσοφία κυρίως στην Ρώμη και στην Φλωρεντία.

Β)τις μεγάλες γεωγραφικές ανακαλύψεις. Όταν το μεγαλύτερο τμήμα των δύο εμπορικών δρόμων, του δρόμου του Μεταξιού και του δρόμου των Μπαχαρικών, μέσω των οποίων τα περιζήτητα εμπορεύματα της Ανατολής (Ασίας)προωθούντο προς Δυσμάς (Ευρώπη),περιήλθε υπό τον έλεγχο των Τούρκων, οι Ευρωπαίοι, και ιδιαίτερα οι Πορτογάλοι και οι Ισπανοί, αναγκάσθηκαν να αναζητήσουν νέους εμπορικούς δρόμους προς την Κίνα και την Ινδία από την θάλασσα.

Αναζητώντας θαλάσσιο δρόμο προς την Ινδία , πλέοντας προς τα δυτικά ο Χριστόφορος Κολόμβος ανακάλυψε την Αμερική (1492).

Αποτολμώντας τον περίπλου της Αφρικής, Πορτογάλοι θαλασσοπόροι έφθασαν στο Ακρωτήριο Καλής Ελπίδος (1487). Παραπλέοντας το Ακρωτήριο αυτό, ο Πορτογάλος Βάσκο ντα Γκάμα είναι ο πρώτος Ευρωπαίος που φθάνει στην Ινδία από την θάλασσα (1498).

Στις 29 Μαϊου 1453, η Βασιλίδα των Πόλεων δεν έσβησε! Δεν χάθηκε! Απλώς άλλαξε χέρια! Περιήλθε υπό την κυριαρχία άλλου ηγεμόνα.

Επί δέκα έξι (16) αιώνες, συναπτά έτη 1593, δηλαδή από το 330 μ. Χ. έως το 1923, η πόλη αυτή υπήρξε διαδοχικά και αδιάκοπα η πρωτεύουσα τριών μεγάλων αυτοκρατοριών α)της ρωμαϊκής , β)της βυζαντινής και γ)της οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Του Δρ. Βύρωνα Ματαράγκα
Διεθνολόγου