Η ύφεση της ελληνικής οικονομίας αναμένεται να διαμορφωθεί στο 4,6% εφέτος, σύμφωνα με την έκθεση νομισματικής πολιτικής της ΤτΕ που κατέθεσε την Τετάρτη στον πρόεδρο της Βουλής και το Υπουργικό Συμβούλιο ο επικεφαλής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιώργος Προβόπουλος.

Στην έκθεση επισημαίνονται κατ' αρχάς οι θετικές εξελίξεις που υπάρχουν στην οικονομία το τελευταίο διάστημα.

Όπως αναφέρεται, «τους τελευταίους μήνες ενισχύονται στο εσωτερικό και στο εξωτερικό οι ενδείξεις ότι η οικονομία έχει εισέλθει σε τροχιά εξισορρόπησης». Οι ενδείξεις αυτές συνοψίζονται στα ακόλουθα:

• Ο κίνδυνος εξόδου της Ελλάδος από τη ζώνη του ευρώ έχει απομακρυνθεί, όπως αναγνωρίζουν το σύνολο των αναλυτών και οι διεθνείς οργανισμοί.

• Αποκαθίσταται σταδιακά η εμπιστοσύνη στις προοπτικές της οικονομίας, όπως προκύπτει από τη ραγδαία αποκλιμάκωση της διαφοράς αποδόσεων μεταξύ του ελληνικού και του γερμανικού δεκαετούς ομολόγου.

• Το τραπεζικό σύστημα αποδείχθηκε ανθεκτικό στη μεγάλη κρίση και σήμερα βρίσκεται σε διαδικασία αναδιάταξης πάνω σε νέες, υγιείς βάσεις. Αυτό είναι το πρώτο κρίσιμο βήμα για τη σταδιακή αποκατάσταση ομαλών χρηματοδοτικών συνθηκών στην πραγματική οικονομία. Αξίζει να σημειωθεί ότι η σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος προστατεύθηκε από τον κίνδυνο διάχυσης της κυπριακής κρίσης και στην Ελλάδα. Έτσι, η έξαρση της αβεβαιότητας που προκάλεσαν οι εξελίξεις στην Κύπρο αποδείχθηκε πρόσκαιρη και γρήγορα ανακόπηκε η τάση εκροής καταθέσεων που παρατηρήθηκε τον Απρίλιο.

• Τα δίδυμα ελλείμματα, το δημοσιονομικό έλλειμμα και το έλλειμμα του ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών, έχουν περιοριστεί σημαντικά: Η δημοσιονομική προσαρμογή έχει σημειώσει εντυπωσιακή πρόοδο και φαίνεται ότι το 2013 μπορεί να επιτύχει τη δημιουργία πρωτογενούς πλεονάσματος, ενώ είναι ουσιαστική και η βελτίωση του ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών.

• Η πορεία εφαρμογής του προγράμματος σταθεροποίησης εκτιμάται ως ικανοποιητική και η εισροή κεφαλαίων που προβλέπονται από τη δανειακή σύμβαση συνεχίζεται απρόσκοπτα.

Ύφεση παραγωγής και διόγκωση της ανεργίας

«Οι ενδείξεις αυτές είναι αναμφισβήτητα θετικές και, αν συνεχιστούν, προοιωνίζονται βελτίωση και στην πραγματική οικονομία», σημειώνει η ΤτΕ, ωστόσο, όπως προσθέτει. «συνεχίζεται η ύφεση της παραγωγικής δραστηριότητας και η διόγκωση της ανεργίας».

Όπως επισημαίνεται, «η πορεία προς τη χρεοκοπία αποφεύχθηκε τελικώς χάρη στη σοβαρή πρόοδο της δημοσιονομικής προσαρμογής, που επέτρεψε τη συνέχιση της οικονομικής συνδρομής των εταίρων [...] Το εύρος ωστόσο και η διάρκεια της ύφεσης θα μπορούσαν να περιοριστούν αν είχαν προωθηθεί με μεγαλύτερo ζήλο οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στη λειτουργία του κράτους και των αγορών».

Σύμφωνα με την ΤτΕ, η οικονομία θα ανακάμψει το 2014, «αν παγιωθεί το κλίμα εμπιστοσύνης και επισπευσθούν οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις».

Σύμφωνα με την έκθεση, το ΑΕΠ αναμένεται να υποχωρήσει με ρυθμό κοντά στο 4,6% εφέτος και η ανεργία να σταθεροποιηθεί γύρω στο 28%. Εκτιμάται ότι η οικονομία θα εισέλθει σε τροχιά θετικών ρυθμών ανάπτυξης από το 2014, ενώ η ανεργία θα αρχίσει να αποκλιμακώνεται από το 2015.

Ο πληθωρισμός αναμένεται να διαμορφωθεί γύρω στο -0,3% το 2013 και ο πυρήνας του πληθωρισμού στο -1,1%. Παράλληλα, εκτιμάται ότι το 2013 θα υπάρξει υπερανάκτηση της απολεσθείσας ανταγωνιστικότητας την περίοδο 2001-2009.

Τέλος, οι υπάρχουσες ενδείξεις για την εξέλιξη του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών κατά το 2013 προοιωνίζονται περαιτέρω περιορισμό του σε ποσοστό χαμηλότερο του 3% του ΑΕΠ, ενώ το 2014 το ποσοστό αυτό θα κυμανθεί περί το 2%.

Ανθεκτικό το τραπεζικό σύστημα

Στην έκθεση σημειώνεται ότι το τραπεζικό σύστημα αποδείχθηκε ανθεκτικό στην κρίση, κάτι που «επιβεβαιώθηκε και πρόσφατα, όταν από τα τέλη Μαρτίου οι ελληνικές τράπεζες κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν τις αρνητικές επιδράσεις των εξελίξεων στην Κύπρο».

Η διαδικασία ανακεφαλαιοποίησης, μετά τη μεταβατική ανακεφαλαιοποίηση των συστημικών τραπεζών από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ) το Μάιο και το Δεκέμβριο του 2012 με εισφορά χρεογράφων του EFSF, βαίνει προς ολοκλήρωση εντός του προβλεπόμενου χρονοδιαγράμματος, λέει η ΤτΕ.

Όπως σημειώνεται στην έκθεση, «οι τράπεζες θα κληθούν να διαχειριστούν τις νέες τους δομές με στόχο την επίτευξη των μεγαλύτερων δυνατών συνεργειών, στο πλαίσιο μάλιστα και των τακτικών (σε τριμηνιαία βάση) σχεδίων χρηματοδότησης, τα οποία θα πρέπει να υποβάλλουν προς αξιολόγηση στην Τράπεζα της Ελλάδος».

Παράλληλα, «θα πρέπει να προετοιμάζονται και για την άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων (σ.σ. stress tests), που θα διενεργήσει η Τράπεζα της Ελλάδος και η οποία θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί μέχρι το τέλος του 2013.

Επίσης, ιδιαίτερη έμφαση θα δοθεί στην αποτελεσματικότερη διαχείριση των τραπεζικών δανείων σε καθυστέρηση.

Αβεβαιότητες και κίνδυνοι

«Οι ενθαρρυντικές αυτές εξελίξεις δεν αφήνουν ωστόσο περιθώρια εφησυχασμού», τονίζει η ΤτΕ, «καθώς οι κίνδυνοι και οι αβεβαιότητες που εξακολουθούν να υπάρχουν θα μπορούσαν να θέσουν υπό αίρεση την παγίωση της σταθεροποίησης και την πρόβλεψη για ανάκαμψη της οικονομίας:

• Παρά την πρόοδο που έχει συντελεστεί σε πολλούς τομείς, η λειτουργία του κράτους παραμένει αδύναμη. Έτσι, εφαρμόζονται πλημμελώς μέτρα που έχουν ψηφιστεί από τη Βουλή, σύμφωνα με την ΤτΕ.

Αυτό έχει ως αποτέλεσμα καθυστερήσεις στην πραγματοποίηση μεταρρυθμίσεων που θα μπορούσαν να μετριάσουν την ένταση της ύφεσης, επισημαίνει η ΤτΕ.

• Η μεγάλη σε διάρκεια και ένταση ύφεση και η έλλειψη ρευστότητας μπορεί να αυξήσουν τον αριθμό των -βιώσιμων κατά βάση- επιχειρήσεων που αναγκάζονται να διακόψουν τη λειτουργία τους.

Επίσπευση της ανάκαμψης

Το κλίμα πάντως σήμερα είναι πιο θετικό για να προχωρήσουν με ταχύτερους ρυθμούς πολιτικές που θα διασφαλίσουν ότι οι βελτιωμένες προσδοκίες θα μεταφερθούν στην πραγματική οικονομία, σημειώνει η ΤτΕ και λέει ότι συγκεκριμένα απαιτείται:

Πρώτον, να συνεχιστεί με απόλυτη συνέπεια η εφαρμογή του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής με βάση τα χρονοδιαγράμματα και τους στόχους που έχουν τεθεί. Πρώτη επιδίωξη, άμεσης προτεραιότητας, είναι η δημιουργία πρωτογενούς πλεονάσματος μέσα στο 2013.

Δεύτερον, να επιταχυνθούν οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις ιδιαίτερα στο δημόσιο τομέα με κύριες αιχμές:

α) Την ολοκλήρωση του σχεδίου για τη φορολογική μεταρρύθμιση.

β) Τη βελτίωση της λειτουργίας του φοροεισπρακτικού μηχανισμού για να ενισχυθούν τα δημόσια έσοδα. Σημαντική εν προκειμένω είναι η αναβάθμιση και αποτελεσματική λειτουργία της Γενικής Γραμματείας Εσόδων.

γ) Την ουσιαστική αξιοποίηση της δυνατότητας νέων προσλήψεων που δίνει η πρόσφατη απόφαση για την αντικατάσταση 15.000 υπαλλήλων που θα απομακρυνθούν μέχρι το 2014.

Όπως λέει η ΤτΕ, «οι νέες προσλήψεις πρέπει να είναι αυστηρά αξιοκρατικές και στοχευμένες ούτως ώστε να καλύψουν πραγματικές ανάγκες της δημόσιας διοίκησης σε καίριους τομείς (π.χ. φορολογία, υγεία). Η δυνατότητα ανανέωσης ενός αριθμού δημοσίων υπαλλήλων είναι σημαντική ευκαιρία για να αρχίσει η εκλογίκευση της λειτουργίας του δημόσιου τομέα».

Τρίτον, να προχωρήσει με πιο αποφασιστικά βήματα και ταχύτερους ρυθμούς η υλοποίηση του προγράμματος αποκρατικοποιήσεων, με πρωταρχικό κριτήριο τις δυνατότητες κάθε συγκεκριμένης αποκρατικοποίησης να δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας και να συμβάλει στην αλλαγή του παραγωγικού προτύπου της οικονομίας.

Τέταρτον, να αντιμετωπιστεί άμεσα η ανεργία μεταξύ άλλων και με την ενίσχυση των ενεργητικών πολιτικών στην αγορά εργασίας. Αυτό μπορεί να γίνει με την αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των πόρων των Διαρθρωτικών Ταμείων για την κοινωνική συνοχή.

Πέμπτον, να ολοκληρωθεί στην πράξη η ασφαλιστική μεταρρύθμιση με την αξιοποίηση της επαγγελματικής και της ιδιωτικής ασφάλισης, που, υπό προϋποθέσεις, θα μπορούσε να συμβάλει στην αναπλήρωση των απωλειών στις κύριες συντάξεις. «Αυτό απαιτεί άρση των εμποδίων και αγκυλώσεων που υπάρχουν σήμερα», λέει η ΤτΕ.

Έκτον, να ενισχυθεί σε βραχυχρόνια βάση η ρευστότητα με την ταχύτερη προώθηση πολιτικών που αφορούν: (α) την εξόφληση ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και (β) την αξιοποίηση πόρων του ΕΣΠΑ και της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων για την υλοποίηση επενδυτικών σχεδίων και την επανεκκίνηση των έργων υποδομών.

Τέλος, η ΤτΕ αναφέρει ότι σε μακροχρόνια βάση ωστόσο και με δεδομένο ότι οι εγχώριες αποταμιεύσεις δεν επαρκούν για να χρηματοδοτήσουν, μέσω τραπεζικού δανεισμού, την ανάπτυξη, είναι σκόπιμο να διερευνηθούν και να αξιοποιηθούν εναλλακτικοί τρόποι χρηματοδότησης της οικονομίας, συμπληρωματικοί του τραπεζικού δανεισμού και των κοινοτικών πόρων.

«Στο πλαίσιο αυτό, η προσέλκυση ξένων άμεσων επενδύσεων μέσω ιδιωτικοποιήσεων και η αξιοποίηση της αγοράς εταιρικών ομολόγων, καθώς θα βελτιώνονται οι προοπτικές της ελληνικής οικονομίας και των ελληνικών επιχειρήσεων, καθίστανται επιτακτικά αναγκαίες», υπογραμμίζει.

in.gr