«Αν ζούσε σήμερα ο Αλ Καπόνε, κάπως έτσι θα έκρυβε τα χρήματά του». Έτσι περιέγραψε Αμερικανός αξιωματούχος την δράση της Liberty Reserve, του μεγαλύτερου «πλυντηρίου» μαύρου χρήματος παγκοσμίως. Η εταιρεία-φάντασμα είχε περισσότερους από 1 εκατομμύριο «πελάτες» σε όλον τον κόσμο, εκ των οποίων οι 200.000 στις ΗΠΑ.

Η εταιρεία έχει έδρα στην Κόστα Ρίκα και διασυνδέσεις με τη Ρωσία, τη Νιγηρία, το Βιετνάμ και άλλες χώρες με χαλαρή εποπτεία των τραπεζικών ιδρυμάτων. Οι έρευνες είχαν επεκταθεί σε 17 χώρες, ενώ ο ιδρυτής της εταιρίας συνελήφθη στην Ισπανία.

Ουσιαστικά η Liberty Reserve εξελίχθηκε σε παγκόσμιο εργαλείο ξεπλύματος, υποστηρίζει ο εισαγγελέας Πρέερ Μπαραρά. Η ανακοίνωση για την εξάρθρωση του κυκλώματος έγινε από τον αρμόδιο εισαγγελέα της Νέας Υόρκης Πρέετ Μπαραρά, ο οποίος πρωτοστατούσε στις έρευνες: «Σήμερα απαγγείλαμε κατηγορίες σε μία υπόθεση που είναι από τις μεγαλύτερες στα χρονικά του ξεπλύματος μαύρου χρήματος.

Οι κατηγορίες βαρύνουν επτά στελέχη και εργαζόμενους της Liberty Reserve, οι οποίοι επί τέσσερα χρόνια διακινούσαν ένα από τα πιο δημοφιλή ψηφιακά νομίσματα στον κόσμο» ανέφερε χαρακτηριστικά ο εισαγγελέας.

Οι αμερικανικές αρχές εκτιμούν ότι το ξέπλυμα γινόταν ως εξής: Ο ενδιαφερόμενος άνοιγε έναν τραπεζικό λογαριασμό μέσω ίντερνετ χωρίς να αποκαλύψει τα πραγματικά του στοιχεία, καθώς μία ηλεκτρονική διεύθυνση ήταν υπεραρκετή. Στη συνέχεια η Liberty Reserve έστελνε τα κεφάλαια του ενδιαφερόμενου σε χώρες όπως το Βιετνάμ, που δεν διαθέτουν αυστηρή τραπεζική εποπτεία και τα μετέτρεπε σε «ψηφιακά νομίσματα» όπως το αποκαλούμενο «δολάριο Liberty Reserve», ένα είδος λογιστικού χρήματος για να χαθούν τα ίχνη των συναλλαγών.

«Η Liberty Reserve λειτουργούσε με τέτοιο τρόπο, ώστε να προσελκύει και να υποβοηθά τους εγκληματίες, που ήθελαν να χρησιμοποιούν ένα ψηφιακό νόμισμα για να παραβιάζουν το νόμο και να ξεπλένουν έσοδα από τις εγκληματικές τους δραστηριότητες, δηλαδή απάτες με πιστωτικές κάρτες, πλαστοπροσωπία, χάκινγκ, παιδική πορνογραφία, ακόμα και διακίνηση ναρκωτικών. Συνολικά εκτιμούμε ότι έγιναν 55 εκατομμύρια ηλεκτρονικές συναλλαγές και ξεπλύθηκαν παράνομα έσοδα ύψους έξι δισεκατομμυρίων».


iefimerida.gr