Λιγότερα από ό,τι στην υπόλοιπη Ευρώπη των "27" είναι τα Ελληνόπουλα που πηγαίνουν σε παιδικούς σταθμούς μέχρι την ηλικία της υποχρεωτικής φοίτησης, σύμφωνα με έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία επισημαίνει τη σημασία των υπηρεσιών φύλαξης των παιδιών για την προώθηση της απασχόλησης των γυναικών.

Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat για το 2010 και 2011, που δημοσιεύει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στην «ΕΕ των 27» το 28% των παιδιών κάτω των τριών ετών πηγαίνουν στον παιδικό σταθμό και το 82% των παιδιών, μεταξύ τριών και έξι ετών, πηγαίνουν σε παιδικούς σταθμούς ή σε νηπιαγωγεία.

Τα αντίστοιχα ποσοστά για την Ελλάδα είναι από τα πλέον χαμηλά στην ΕΕ, καθώς μόλις το 8% των παιδιών έως τριών ετών πηγαίνουν στον παιδικό σταθμό και περίπου το 64% από τριών ετών έως έξι ετών πηγαίνουν στον παιδικό σταθμό ή στο νηπιαγωγείο.

Επιπλέον, η Επιτροπή τονίζει ότι τα ποσοστά αυτά είναι πολύ χαμηλότερα από τους λεγόμενους «στόχους της Βαρκελώνης», που συμφωνήθηκαν από τους ηγέτες της ΕΕ το 2002 και, σύμφωνα με τους οποίους, θα πρέπει να παρέχονται υπηρεσίες φύλαξης για το 90% των παιδιών μεταξύ τριών ετών και της ηλικίας υποχρεωτικής σχολικής φοίτησης, καθώς και για το 33% των παιδιών κάτω των τριών ετών.

Στην έκθεση της Επιτροπής διαπιστώνεται ότι μόνον οκτώ χώρες πέτυχαν και τους δύο αυτούς στόχους (Βέλγιο, Δανία, Ισπανία, Γαλλία, Ολλανδία, Σουηδία, Σλοβενία και Ηνωμένο Βασίλειο). Επίσης, μόνο 10 κράτη- μέλη πέτυχαν τον στόχο για την πρώτη κατηγορία (0-3 ετών) και 11 για τη δεύτερη κατηγορία (3 ετών έως την ηλικία της υποχρεωτικής σχολικής φοίτησης).

Στο μεταξύ, σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσίευσε η Επιτροπή για το 2011, οι παρεχόμενες υπηρεσίες φύλαξης μεγαλύτερων παιδιών μειώθηκαν, δηλαδή ορισμένες χώρες που είχαν πετύχει τον σχετικό στόχο το 2010, τώρα οπισθοδρόμησαν κάτω από το όριο του 90% (Ισπανία, Ολλανδία και Ιρλανδία).

Η έκθεση της Επιτροπής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τα κράτη-μέλη θα πρέπει να εντείνουν τις προσπάθειές τους, για να βελτιώσουν τις υπηρεσίες φύλαξης παιδιών, εάν η ΕΕ επιθυμεί να επιτύχει τον στόχο της να αυξηθεί το ποσοστό απασχόλησης στο 75% έως το 2020.

«Ο κάθε γονέας γνωρίζει πολύ καλά πόσο σημαντική είναι η προσφορά υπηρεσιών φύλαξης των παιδιών σε προσιτές τιμές και χωρίς δυσκολίες, τόσο για την ανάπτυξη ενός παιδιού, όσο και για τους εργαζόμενους γονείς. Παρόλα αυτά, μέχρι στιγμής, λιγότερα από ένα στα τρία κράτη- μέλη κατάφερε να επιτύχει τους στόχους του αναφορικά με την παροχή υπηρεσιών φύλαξης παιδιών» δήλωσε η αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Βίβιαν Ρέντινγκ.

«Τα κράτη-μέλη θα πρέπει να προσπαθήσουν περισσότερο, εάν θέλουν να επιτύχουν τον στόχο που έθεσαν να αυξήσουν την απασχόληση στο 75%. Η παροχή υπηρεσιών φύλαξης παιδιών δεν θα πρέπει να εκλαμβάνεται ως δαπάνη, αλλά ως επένδυση για το μέλλον».

Το συνταξιοδοτικό χάσμα μεταξύ των δύο φύλων

Εξάλλου, μια νέα μελέτη που επίσης δημοσιοποίησε σήμερα η Επιτροπή υπογραμμίζει το «συνταξιοδοτικό χάσμα μεταξύ των δύο φύλων» δείχνοντας ότι, κατά μέσο όρο, σε ολόκληρη την ΕΕ οι συντάξεις των γυναικών είναι κατά 39% χαμηλότερες από τις συντάξεις των ανδρών. Στην Ελλάδα, το αντίστοιχο ποσοστό είναι 36%.

Σύμφωνα με τη μελέτη, το χάσμα που παρατηρείται οφείλεται σε τρεις τάσεις στην αγορά εργασίας: πρώτον, μια γυναίκα έχει λιγότερες πιθανότητες να απασχολείται από ό,τι ένας άντρας. Δεύτερον, οι γυναίκες εργάζονται λιγότερες ώρες και/ή έτη. Τρίτον, οι γυναίκες λαμβάνουν κατά μέσο όρο χαμηλότερες αποδοχές.

Τέλος, εκτιμάται ότι ο γάμος και η μητρότητα συμβάλλουν στη διεύρυνση του χάσματος μεταξύ των δύο φύλων. Η διαφορά αυτή περιορίζεται κάπως στις γυναίκες που ζουν μόνες τους, αν και παραμένει σημαντική (17%). Τα στοιχεία αντανακλούν επίσης ξεκάθαρα το τίμημα που συνεπάγεται η «μητρότητα»: η τεκνοποίηση έχει δυσμενείς επιπτώσεις στις συντάξεις των γυναικών σε σχεδόν όλα τα κράτη μέλη. Στις περισσότερες περιπτώσεις το συνταξιοδοτικό χάσμα μεταξύ των δύο φύλων, αυξάνεται ανάλογα με τον αριθμό των τέκνων.