Οι επισκέψεις στο Facebook αλλά και σε άλλες ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωσης, εν ώρα εργασίας, αποτελούν νόμιμο λόγο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας. Αυτό έκρινε με απόφασή του το Πρωτοδικείο της Αθήνας και «επισφράγισε» απόλυση εργαζόμενης σε αεροπορική εταιρεία, η οποία έχασε τη δουλειά της χωρίς μάλιστα να αποζημιωθεί, επειδή παραμελούσε τα καθήκοντά της για να βρίσκει άπλετο χρόνο για «σερφάρισμα» στο Διαδίκτυο!

Η συμπεριφορά της συγκεκριμένης υπαλλήλου -ότι δηλαδή επισκέπτονταν εν ώρα εργασίας διάφορες ιστοσελίδες («κοινωνικής δικτύωσης» και για συναντήσεις ανθρώπων), ήταν εν γνώσει των προϊσταμένων της στην εταιρεία, οι οποίοι μάλιστα την είχαν προειδοποιήσει γραπτώς να σταματήσει να επισκέπτεται το Facebook και γενικότερα να «σερφάρει» στο Διαδίκτυο κατά τη διάρκεια του ωραρίου της.

Εκείνη, όμως, όχι μόνο δεν έλαβε υπόψη της την προειδοποίηση των εργοδοτών της αλλά κάλεσε τον διευθυντή της να απολογηθεί για την «προσβλητική, ντροπιαστική, συκοφαντική και υπερβολική επιστολή του» και μάλιστα μέσα σε διάστημα δέκα ημερών.

Η υπάλληλος εργάζονταν στην αεροπορική εταιρεία από το 1989 και ήταν αρμόδια για κρατήσεις εισιτηρίων. Μέχρι το 2008 η απόδοσή της ήταν εξαιρετική, κάτι που οδήγησε τους εργοδότες της να της δώσουν και «bonus». Τη χρονιά εκείνη, εν τω μεταξύ, η εταιρεία με ηλεκτρονικό μήνυμα προς τους εργαζόμενους τους απαγόρευε να επισκέπτονται ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωσης, όπως το Facebook.

Αγνόησε τις παρατηρήσεις

Το Μάιο του 2009 η εργαζόμενη έλαβε επιστολή από το γενικό διευθυντή της εταιρείας με την οποία της γινόντουσαν συστάσεις για μη προσήκουσα εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων. Συγκεκριμένα, φέρεται να αργούσε να πάει στην εργασία της, χρησιμοποιούσε τις τηλεφωνικές γραμμές της εταιρείας για να προσωπικές της κλήσεις και επισκέπτονταν συστηματικά διάφορες σελίδες στο Διαδίκτυο. Κάποια στιγμή μάλιστα οι διευθυντές της διευθυντής την έπιασαν «επ αυτοφώρω» να «σερφάρει» στο Facebook.

Εκείνη, παρ’ όλα αυτά, δεν έλαβε υπόψη της τις παρατηρήσεις των ανωτέρων της, τους οποίους μάλιστα κάλεσε να απολογηθούν για την συμπεριφορά τους διαφορετικά – όπως τους προειδοποιούσε – θα εκλάμβανε ως δεδομένο ότι πρόκειται για «μια πράξη εκδίκησης» σε βάρος της για τη στάση της το 2008, ως προς την αλλαγή των μισθολογικών κλιμακίων των εργαζομένων στην εταιρεία. Στο δικαστήριο, πάντως, αποδείχθηκε ότι δεν υπήρξε καμία αντιπαράθεση της ίδιας και των εργοδοτών της το 2008 καθώς υπήρξε κοινή συμφωνία εργαζομένων και εταιρείας για το ζήτημα των αποδοχών.

Το σκεπτικό της απόφασης

Η συμπεριφορά της υπαλλήλου επιβεβαιώθηκε και στο ακροατήριο από καταθέσεις μαρτύρων, οι οποίοι μίλησαν για την συνάδελφο τους με όχι και τόσο κολακευτικά λόγια. Ανέφεραν ότι αργούσε να προσέλθει στη δουλειά, μιλούσε συνεχώς στο τηλέφωνο (της εταιρείας) με συγγενείς και φίλους της και καθημερινά επισκεπτόταν το Facebook φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να λέει στους πελάτες ότι το σύστημα κρατήσεων εισιτηρίων δεν λειτουργεί ζητώντας τους να ξανακαλέσουν αργότερα...

Το δικαστήριο που δικαίωσε την αεροπορική εταιρείας και απέρριψε όλους τους ισχυρισμούς της εργαζόμενης περί εκδικητικής απόλυσής της, αναφέρει στο σκεπτικό της απόφασης (34/2001) που εξέδωσε: «Η απόλυση της εργαζομένης δεν έλαβε χώρα καταχρηστικά, αλλά νομίμως και στα πλαίσια του καλώς νοούμενου συμφέροντος της εργοδότριας επιχείρησης, καθόσον πραγματικό κίνητρο της καταγγελίας ήταν η πλημμελής και μη προσήκουσα άσκηση των συμβατικών υποχρεώσεων της εργαζομένης, η οποία δημιουργούσε προβλήματα στην ομαλή και αποδοτική άσκηση της εργασίας και στις ανάγκες της επιχείρησης και επέφερε ακολούθως κλονισμό της εμπιστοσύνης της εργοδότριας στο πρόσωπό της, εκ του οποίου εξέλιπε το απαιτούμενο πνεύμα συνεργασίας».