Η Ουρανία Τζανή γεννήθηκε την περίοδο της Κρητικής Πολιτείας στις 14 Οκτωβρίου του 1912 ημέρα Δευτέρα, πέντε μέρες από την επίσημη κήρυξη του Βαλκανικού πολέμου, στις 9 Οκτωβρίου του 1912, ημέρα που εξέπνεε το τελεσίγραφο προς την Τουρκία, με το οποίο οι συμμαχικές Χώρες (Ελλάδα, Σερβία, Μαυροβούνιο και Βουλγαρία) ζητούσαν την διασφάλιση της αυτονομίας των εθνικών μειονοτήτων τους, που ζούσαν στο έδαφός της, όταν Πρωθυπουργός της χώρας ήταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος.

Έζησε την κήρυξη του πρώτου Βαλκανικού πολέμου, την Ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα, την Μικρασιατική εκστρατεία και τα θλιβερά γεγονότα της καταστροφής, την ανταλλαγή του πληθυσμού με την Τουρκία, τον Α΄ Παγκοσμίου πόλεμο, τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, την Ιταλογερμανική κατοχή, την περίοδο της Αντίστασης και του Εμφυλίου, την περίοδο της Χούντας, και σήμερα την παγκόσμια ύφεση και την σημερινή Ελλάδα υπό το καθεστώς της Τρόικα.

Παντρεύτηκε το 1943 τον Πολυχρόνη και γέννησε πέντε παιδιά. Τυχερή από την πρώτη γέννα της, η κόρη της Αικατερίνη. Τα άλλα τέσσερα παιδιά (αγόρια) δυστυχώς γεννήθηκαν πεθαμένα. Έχει δύο εγγόνια, πέντε δισέγγονα και δύο τρισέγγονα. Όλη της η οικογένεια φαίνεται να έχει ισχυρά γονίδια. Η αδελφή της η Σοφία είναι 98 ετών, ο αδελφός της ο Στέλιος 94 ετών, και η μικρή αδελφή της η Καλλιόπη, 84 ετών. Σήμερα 101 ετών ελπίζει ότι ο κόσμος θα γίνει καλύτερος αν ανακτήσει τις αξίες του παρελθόντος. Πιστεύει ότι μέσα στην αγάπη κρύβεται η ευτυχία.

Η Ζωή της

Η υπεραιωνόβια γερόντισσα Ουρανία, εκπληκτικά διαυγής για την ηλικία της, μου μίλησε με ευχέρεια για την ζωή της και για όλα τα γεγονότα από την παιδική της ηλικία, ευχάριστα και δυσάρεστα που την σημάδεψαν.

Θυμάται τα παιδικά της χρόνια όταν ακόμα μικρό κορίτσι έπαιζε αρμονικά με τα παιδιά των τούρκικων οικογενειών που ζούσαν στο χωριό. Έπαιζε με την Φατμέ και την Σελιγιέ, τις εγγονές της Αϊσούλας και του Μουσταφά. «Ο Μουσταφά είχε ένα γιό τον Μπιλάλη. Ο Μπιλάλης είχε ένα γιο τον Αλή. Λέγανε ότι ο Αλής ήταν από χριστιανικό αίμα γι αυτό και γεννήθηκε την ημέρα των Χριστουγέννων». Με λεπτομέρεια μου μίλησε για τις τούρκικες οικογένειες του χωριού, το τζαμί και τα δύο τούρκικα νεκροταφεία. «Θυμάμαι τον Μουλαλή, τον Τσαμάντη, τον Χατζαλή, τον Χερφαλή, τον Μουσταφά.

Το ΄22 φύγανε όλες οι τούρκικες οικογένειες μαζί. Ήμουνα κοπέλι όταν πέθανε ο Χερφαλής. Ο Αλής ο γιός του Μουσταφά, ξανάρθε στο χωριό μετά από πολλά χρόνια για να δει τα πατρογονικά του». Μου μίλησε για του Τουρκοκρητικούς που χαιρόταν όταν συναντούσαν Κρητικό και του παράγγελναν: «Σαν πας στην Κρήτη Κρητικέ, χαιρέτα μας την Κρήτη. Χαιρέτα μας και το βουνό που λένε Ψηλορείτη».

Στο σχολείο πήγε μεγάλο κορίτσι και μετά την δεύτερα δημοτικού εγκατέλειψε το σχολείο από ντροπή, λόγω της ηλικιακής διαφοράς με τα άλλα παιδιά της τάξης της.

Η υγεία και η μακροβιότητα της γερόντισσας Ουρανίας φαίνεται να είναι αποτέλεσμα των κληρονομικών της καταβολών αλλά και των επιρροών που δέχθηκε από το περιβάλλον της. Η Κρητική διατροφή είναι ανάμεσα στους σημαντικότερους παράγοντες που επηρέασαν τον οργανισμό της.

«Ότι τρώγαμε ήταν καθαρά. Δεν ήταν ψεκασμένα. Ροβύθια, φακές, παπούλες, κουκιά, ασκορδουλάκοι, σιτάρι, βρούβες ήταν το φαγητό μας. Πηγαίναμε στο Κλήρος (βουνό 1200 μέτρα υψόμετρο) μαζί με άλλες γυναίκες να βρούμε ασκορδουλάκους και χόρτα. Αναθρέφαμε γουρούνια, κατσίκια και μοσχάρια. Κάναμε τσιγαρίδα με το χοιρινό κρέας. Η μάνα μου μας έκανε αυγά με την τσιγαρίδα ομελέτα».

Για τα γλέντια στο χωριό μου ανάφερε: «Σε όλες τις γιορτές κάναμε γλέντια. Στον Αρχάγγελο μετά την λειτουργία μαζευότανε όλο το χωριό στον περίβολο και γλεντούσαμε. Στον Αη Αντώνη, στο αλώνι που ήτανε πιο πέρα γλεντούσαμε όλη την ημέρα, της Παναγίας στην Αύγο, στην Ανάληψη στο Θόλο καθόμασταν παρέες κάτω από τον ίσκιο μετά την λειτουργία. Στα καφενεία του χωριού βάζανε γλέντια με τους βιολατόρους του χωριού. Γλεντούσαμε στα σπίτια σε κάθε χαρά με οικογενειακούς φίλους».

Η γερόντισσα Ουρανία δούλευε από μικρό παιδί στα βουνά. Ο πατέρας της ήταν αγρότης και κτηνοτρόφος και τον βοηθούσε μαζί και όλη την οικογένεια της. «Για να βγάλεις ένα κομμάτι ψωμί έπρεπε να δουλέψεις σκληρά. Δουλεύαμε σκληρά από ήλιο σε ήλιο. Όταν ο πατέρας μου ήταν άρρωστος δούλευα επί επτά χρόνια και έκανα τα χωράφια ζευγάρι ξυπόλητη. Εργάτες μόνο των πεθαμένων δεν έκανα. Δούλευα πριν τον πόλεμο του ’40 με 5 δραχμές μεροκάματο στις ελιές όλη την ημέρα».

Δεν γνώρισε νοσοκομεία και γιατρούς παρά μόνο στις γέννες. «Δεν αρρώστησα ποτέ μου. Μια φορά πονούσε το κεφάλι μου και η κόρη μου, μου έδωσε μια ασπιρίνη. Την έφτυσα γιατί ήταν πικρή και φοβήθηκα να μην δηλητηριαστώ. Στα γεράματα μου έκανα μια εγχείριση στα μάτια. Μετά τα ΄90 παίρνω κάποια φάρμακα».

Σε νεότερη ηλικία πήγαινε τακτικά στην εκκλησία και σεβόταν τους παπάδες του χωριού. Θυμάται όλους τους αρχαιότερους και νεώτερους κληρικούς του χωριού που έφυγαν από την ζωή.
«Τον παπά Παύλο Πλακαντωνάκη, ζούσε σε ένα μικρό δωμάτιο, κελί το λέγανε, τον παπά Κωσταντή Πατεράκη, τον παπά Γιάννη Τζενάκη, τον παπά Γιώργη Πατεράκη, τον παπά Ιωάννη Πολυχρονάκη, τον παπά Λαθούρη (Εμμανουήλ Λαθουράκη), και τον παπά Κωνσταντίνο Φιοράκη».

Η γερόντισσα Ουρανία έχει το χάρισμα που έχουν λίγοι Κρητικοί, να συνθέτουν απίστευτης ομορφιάς μαντινάδες σε ελάχιστο χρόνο. Κάθε αναφορά της συνοδευόταν και από μία μαντινάδα. Τελειώνοντας την κουβέντα μας μου έδωσε μια φωτογραφία της λέγοντας μου: «Το σώμα και τα κόκαλα γίνονται μόνο χώμα. Παρ’ τη φωτογραφία μου να με θυμάσαι χρόνια.»

Στο Καβούσι ζούσαν μέχρι 115 χρόνια!

Η γερόντισσα Ουρανία είναι σήμερα η μεγαλύτερη σε ηλικία Καβουσανή 101 ετών. Στο παρελθόν ο Νικόλαος Κων. Σαριδάκης (Σαρρής) έζησε 114 ή 115 χρόνια! Ο Βασίλειος Κασωτάκης αν και δοκιμασμένος από τη νόσο Χάνσεν (φιλοξενήθηκε στο λεπροκομείο της Σπιναλόγκα και όταν έκλεισε μεταφέρθηκε στην Αθήνα), κατάφερε να ζήσει 115 χρόνια! Σήμερα υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός υπερήλικων Καβουσανών που βαδίζουν υγιέστατοι για τα εκατό χρόνια!

Λεωνίδας Γ. Κουδουμογιαννάκης