Το τελευταίο διάστημα παρατηρείται σε έντονο βαθμό και, δυστυχώς, με διαρκώς αυξανόμενη τάση το φαινόμενο του σεξουαλικού βιασμού. Αναρίθμητα είναι, πλέον, τα περιστατικά που έρχονται στο φως της δημοσιότητας και συνταράσσουν τη κοινή γνώμη με τη φρικαλεότητα τους.

Οι περισσότεροι σοκάρονται στο άκουσμα μιας τέτοιας είδησης και, όπως είναι λογικό, τη κατακρίνουν, ενώ υπάρχουν κι εκείνοι οι οποίοι με ελαφρά τη καρδία, σπεύδουν να κατηγορήσουν το θύμα, υποστηρίζοντας ότι προκάλεσε με τη συμπεριφορά του το δράστη.

Η ωμότητα αλλά και ο στυγνός τρόπος που τελείται αυτή η αξιόποινη πράξη, είναι παρόμοιος τις περισσότερες φορές, ενώ το σημείο διαφοράς έγκειται στο προφίλ του δράστη της κάθε επίθεσης.

Η ανάπτυξη άγριας σεξουαλικής συμπεριφοράς από τον άνδρα - δράστη και η άσκησης βίας σε βάρος της γυναίκας - θύματος, προκειμένου να ικανοποιήσει τη γενετήσια ορμή του (χωρίς να υπάρχει συναίνεση από τη γυναίκα), καταδεικνύουν ένα άτομο με διαταραγμένο ψυχισμό, χωρίς αυτό να δικαιολογεί, σε καμία περίπτωση, αυτή καθαυτή τη πράξη.

Συνήθως, πρόκειται για άτομα ανασφαλή, με χαμηλό επίπεδο αυτοεκτίμησης και αυτοπεποίθησης, στοιχεία που απορρέουν από συγκεκριμένα βιώματα που έχουν συντελέσει στη σύνθεση της προσωπικότητας τους.

Από την άλλη πλευρά, το θύμα μιας τέτοιας, απεχθούς, πράξης, βρίσκεται εγκλωβισμένο σ’ ένα φαύλο κύκλο συναισθημάτων (εναλλαγή λύπης και θυμού) και κατακλύζεται από ένα συνονθύλευμα αρνητικών σκέψεων.

Επίσης, νιώθει στιγματισμένο και απομονώνεται από το εξωτερικό περιβάλλον (θεωρώντας, μάλιστα, ότι έχει ευθύνη που δεν κατάφερε να αποτρέψει το γεγονός).

Η βοήθεια από τους ειδικούς, θεωρείται αναγκαία, ώστε να καταφέρει να αντιμετωπιστεί, όσο το δυνατόν, πιο ομαλά η συγκεκριμένη κατάσταση και να μειωθούν τα επίπεδα ψυχολογικής πίεσης και συναισθηματικής φόρτισης που εμφανίζει το θύμα.

Σαφώς, οι αρμόδιοι φορείς και τα όργανα της Πολιτείας, δεν πρέπει να στέκονται, μόνον, στην αμιγώς γραφειοκρατική παρέμβαση και τη χρήση δεδομένων σχετικών επιστημονικών ερευνών, προκειμένου να απαντήσουν στο πρόβλημα. Στη προκειμένη φάση, απαιτείται η λήψη δραστικών και άμεσων μέτρων, επί της ουσίας, ώστε να υπάρξουν θετικά αποτελέσματα.

Ειδικότερα, χρειάζεται να ακολουθηθεί ένας πλουραλιστικός προσανατολισμός και να προωθηθεί μία στρατηγική η οποία θα έγκειται στα εξής στοιχεία:

Αύξηση της αστυνόμευσης στις περιοχές υψηλού κινδύνου (όπως είναι οι τουριστικές περιοχές),

Σύσταση κλιμακίων από ειδικούς επιστήμονες που θα επωμιστούν την ευθύνη της ευαισθητοποίησης και κινητοποίησης των πολιτών,

Ιδιαίτερη προσοχή στην επιβολή ποινών για τους δράστες, διότι στο πλαίσιο μίας νομικής νωθρότητας που ισχύει για τις πράξεις αυτές, δίδονται ελαφρυντικά, ακόμα, και σε περιπτώσεις που δεν υφίστανται,

Εισαγωγή ειδικού διδακτικού μαθήματος σεξουαλικής αγωγής σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης.

Βέβαια, κατά καιρούς, γίνονται κάποιες σημαντικές προσπάθειες προς τη κατεύθυνση αυτή, αλλά, δυστυχώς, χαρακτηρίζονται από έλλειψη οργάνωσης και εφαρμόζονται, ως επί τα πλείστον, με προχειρότητα και αποσπασματικό τρόπο.

Εν κατακλείδι, με αφορμή τη πληθώρα των περιστατικών που σημειώνονται τον τελευταίο καιρό, δε θα ήταν παράτολμο να χαρακτηρίσουμε το θέμα αυτό ως τη «σκληρή μόδα» του φετινού καλοκαιριού, και ας αντιληφθούμε όλοι, ότι δεν αφορά μία μόδα ενδυμασίας ή άλλης προτίμησης, αλλά μία «σκληρή μόδα» που τραυματίζει ανθρώπινες ψυχές, ανοίγοντας πληγές που χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια για να επουλωθούν και αφήνοντας σημάδια που ίσως μείνουν ανεξίτηλα στο χρόνο…

Γιώργος Σαριδάκης

Κοινωνικός Λειτουργός