«Καπνιστές» από την εμβρυική ηλικία καθιστά τα παιδιά το μητρικό κάπνισμα κατά την εγκυμοσύνη, ακόμη και όταν είναι παθητικό, αποτελώντας παράγοντα κινδύνου για μειωμένη πνευμονική λειτουργία και συριγμό.

Μάλιστα, το μητρικό κάπνισμα κατά την εγκυμοσύνη έχει συσχετιστεί και με το σύνδρομο αιφνίδιου βρεφικού θανάτου.

Οι επιστήμονες συνιστούν όχι μόνο διακοπή του καπνίσματος κατά την εγκυμοσύνη, αλλά και την αποφυγή της έκθεσης των παιδιών και των εγκύων στο παθητικό κάπνισμα.

«Οι βλαβερές συνέπειες του καπνίσματος φαίνεται πως αρχίζουν ήδη από την ενδομήτρια ζωή, με την έκθεση του κυήματος στο παθητικό κάπνισμα. Το μητρικό κάπνισμα στη διάρκεια της εγκυμοσύνης έχει συσχετιστεί με μια σειρά παθολογικών καταστάσεων των νεογνών και βρεφών, όπως προωρότητα, χαμηλό βάρος γέννησης, σύνδρομο αιφνίδιου βρεφικού θανάτου, ενώ βρέθηκε να αποτελεί και ανεξάρτητο παράγοντα κινδύνου για μειωμένη πνευμονική λειτουργία», επισημαίνει η επιστημονική συνεργάτης της Β' Παιδιατρικής Κλινικής του ΑΧΕΠΑ, Μαρία Αυγέρη, σε ανακοίνωση που θα παρουσιάσει στην 21η επιστημονική ημερίδα «Επίκαιρα Θέματα στην Παιδιατρική», που θα πραγματοποιηθεί στις 22 Ιανουαρίου, στη Θεσσαλονίκη.

Στην ημερίδα, την οποία διοργανώνει η Β' Παιδιατρική Κλινική του ΑΧΕΠΑ, θα παρουσιαστούν θέματα, τα οποία θα καλύψουν τις σύγχρονες τάσεις της Παιδιατρικής και των οποίων η ανάλυση στοχεύει στη βελτίωση των γνώσεων, όχι μόνο για συχνά παιδιατρικά προβλήματα, αλλά και για την προσέγγιση εξειδικευμένων θεμάτων από ειδικούς.

Μεγάλες μελέτες έχουν συσχετίσει την πνευμονική δυσλειτουργία με την πρώιμη έναρξη του παθητικού καπνίσματος από την ενδομήτρια ζωή ή αμέσως μετά τη γέννηση.

«Οι αλλαγές στην αναπνευστική λειτουργία παρουσιάζονται ήδη επτά εβδομάδες πριν από την αναμενόμενη ημερομηνία τοκετού, δείχνοντας ότι οι αρνητικές επιπτώσεις από την προγεννητική έκθεση στο κάπνισμα δεν περιορίζονται μόνο στις τελευταίες εβδομάδες της κύησης, άλλα εγκαθίστανται πολύ νωρίτερα», τονίζει η κ.Αυγέρη.

Σύμφωνα με την ίδια, το ενδομήτριο κάπνισμα βρέθηκε ότι σχετίζεται με την εμφάνιση βρογχικού άσθματος, αλλά και Χρόνιας Αποφρακτικής Πνευμονοπάθειας (ΧΑΠ) στους ενήλικες.

«Μελέτες εισηγούνται ότι η ΧΑΠ, η οποία είναι νόσος ενηλίκων καπνιστών, έχει τις ρίζες της στην παιδική ηλικία και μάλιστα σχετίζεται με το κάπνισμα της μητέρας. Μάλιστα, το κάπνισμα σχετίζεται αφενός μεν με μειωμένο πνευμονικό όγκο, ανεξάρτητα από το προσωπικό κάπνισμα, αφετέρου δε 'συνεργάζεται' με το προσωπικό κάπνισμα, ώστε να αυξηθεί ο κίνδυνος ανάπτυξης ΧΑΠ», αναφέρει στην ανακοίνωσή της η κ.Αυγέρη.

Το συχνότερο σύμπτωμα του άσθματος είναι ο συριγμός κατά την αναπνοή.

«Μελέτες έχουν δείξει ότι ένα στα τρία παιδιά έχουν τουλάχιστον ένα επεισόδιο συριγμού πριν από τα 3 χρόνια της ζωής τους, ενώ η συνολική συχνότητα συρίττουσας αναπνοής είναι σχεδόν 50% στην ηλικία των 6 ετών», αναφέρει η κ.Αυγέρη.

Αν και ο συριγμός, στα περισσότερα παιδιά προσχολικής ηλικίας συνδέεται με ιογενείς λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού, υπάρχουν και περιβαλλοντικοί παράγοντες (ιδίως το παθητικό κάπνισμα), που αυξάνουν την πιθανότητα εμφάνισης συρίττουσας αναπνοής, τόσο κατά την παιδική όσο και κατά την ενήλικη ζωή.

«Όμως, δεν εμφανίζουν όλα τα παιδιά με καπνίστριες μητέρες στη διάρκεια της εγκυμοσύνης συμπτώματα συρίττουσας αναπνοής ή με την ίδια βαρύτητα, γεγονός που υποδηλώνει γενετικό-καθοριστή για τα παιδιά που εκδηλώνουν μια υπερβολική φλεγμονώδη αντίδραση των αεραγωγών σε περιβαλλοντικά ερεθίσματα», εξηγεί η κ.Αυγέρη.

ΑΠΕ-ΜΠΕ