Σε μια εποχή βαθιάς ύφεσης, η αξιοποίηση των εγχώριων αποθεμάτων σε υδρογονάνθρακες μπορεί να αποτελέσει μια σημαντική ελπίδα για την εθνική οικονομία, να συμβάλει στην προσπάθεια της χώρας να σταθεί σε στέρεες βάσεις οικοδομώντας ένα νέο αναπτυξιακό πρότυπο.

Αυτή η φιλόδοξη εθνική προσπάθεια δεν επιτρέπεται να συνδεθεί με καιροσκοπικές εντυπώσεις που απορρέουν από τη διάθεση για υπερβολές, μύθους και μυστήρια. Πρόκειται για ένα εγχείρημα που απαιτεί επιμονή, διαχρονική σταθερότητα (πολιτική, φορολογική, κοινωνική, αδειοδοτική, περιβαλλοντική), αλλά και ξεκάθαρους, αξιοκρατικούς και διαφανείς όρους πραγμάτωσης. Η δημιουργία θετικού κλίματος, αλλά και η διαμόρφωση ρεαλιστικών ελκυστικών επενδυτικών συνθηκών αποτελούν μέρος του οράματος του ΥΠΕΚΑ, που έχει διαμορφώσει δομημένο επιχειρησιακό σχέδιο υλοποίησής του.

Επί τρία και πλέον χρόνια, έχω την τιμή να συμμετέχω σε αυτή τη δημιουργική εγρήγορση, προκειμένου να επανακάμψει η Ελλάδα δυναμικά, μετά από 15 χρόνια ηχηρής απουσίας από τις πετρελαϊκές εξελίξεις στην περιοχή της Νοτιοανατολικής Μεσογείου. Τα βήματα σ’ αυτό το σύντομο χρονικό διάστημα δεν ήταν διστακτικά: ψηφίστηκε ο νόμος 4001/11 για τον εκσυγχρονισμό του αδειοδοτικού πλαισίου, ενσωματώνοντας την εμπειρία κρατών με δοκιμασμένες και ώριμες δομές και την ίδρυση ειδικευμένου φορέα διαχείρισης (ΕΔΕΥ Α.Ε.) των δικαιωμάτων του Ελληνικού Δημοσίου, προκηρύχθηκε διεθνής διαγωνισμός για την πρόσκτηση νέων «σεισμικών δεδομένων μη αποκλειστικής χρήσης» στον θαλάσσιο χώρο του Ιονίου και νοτίως της Κρήτης και προχώρησε η διαδικασία του «open door» για τα τρία οικόπεδα στη Δυτική Ελλάδα.

Τεχνικός σύμβουλος του υπουργείου ανέλαβε το Γαλλικό Κρατικό Ινστιτούτο Πετρελαίων και ειδικότερα το BEICIP, ενώ συγκροτήθηκε «forum Υδρογονανθράκων» με τη συμμετοχή μελών από πέντε ΑΕΙ της χώρας (ΕΜΠ, ΑΠΘ, Πάτρας, Κρήτη, Καποδιστριακό), του ΤΕΕ, του ΓΕΩΤΕΕ, του ΙΓΜΕ, του ΕΛΚΕΘΕ, του ΙΕΝΕ και άλλων 10 φορέων, ανοικτό σε όλους τους επιστήμονες για διατύπωση απόψεων. Σε συνεργασία με το υπουργείο Παιδείας, τα ΑΕΙ και ΤΕΙ, ανασχεδιάζονται προπτυχιακά και μεταπτυχιακά προγράμματα σπουδών, καθώς και τα ερευνητικά κονδύλια που διατίθενται από τη ΓΓΕΤ στην κατεύθυνση ενίσχυσης των γεωεπιστημών, με έμφαση στην έρευνα και αξιοποίηση υδρογονανθράκων. Ξεκίνησε μια μεγάλη εθνική προσπάθεια, ώστε να προκύψουν όσο το δυνατόν περισσότερες θέσεις εργασίας επιστημονικού και τεχνικού προσωπικού, να μεγιστοποιηθεί η ντόπια επιστημονική συμβολή, να αναπτυχθεί εθνική τεχνογνωσία, να υπάρξουν περισσότερες ελληνικές επενδυτικές δράσεις. Η ενημέρωση των τοπικών κοινωνιών και φορέων είναι αδιάλειπτη (συσκέψεις σε Πάτρα, Αθήνα, Κεφαλονιά, Κέρκυρα, Χανιά κ.α.), με την προστασία του περιβάλλοντος και την ασφάλεια των εργαζομένων σε πρώτη προτεραιότητα. Η ενσωμάτωση της νέας ευρωπαϊκής οδηγίας για τις υπεράκτιες εξορύξεις ξεκίνησε αμέσως μετά την έκδοσή της, με κατεύθυνση την υιοθέτηση των αυστηρότερων περιβαλλοντικών προδιαγραφών, και τη θέσπιση κανονισμών και ειδικών κατευθυντήριων οδηγιών. Οι ρυθμοί είναι πρωτόγνωροι για τα δεδομένα της χώρας, μακριά από αγκυλώσεις του χθες.

Ως πρόεδρος και των δύο επιτροπών που έχουν συσταθεί στο ΥΠΕΚΑ, για την υποστήριξη της διαδικασίας χορήγησης αδειών αναζήτησης υδρογονανθράκων και την αξιολόγηση των προσφορών που κατατέθηκαν για την έρευνα και εκμετάλλευση υδρογονανθράκων στη Δυτική Ελλάδα, αισθάνομαι ικανοποίηση γιατί τα πρώτα απτά αποτελέσματα αυτής της μεγάλης προσπάθειας είναι πλέον ορατά.

Ηδη στις αρχές του έτους ολοκληρώθηκε η συλλογή των γεωφυσικών δεδομένων σε μια μεγάλη θαλάσσια έκταση στα δυτικά και νότια της χώρας. Η επεξεργασία τους προχωρά με γοργούς ρυθμούς και θα μας δώσει τις πρώτες ουσιαστικές ενδείξεις για τις δομές ενδιαφέροντος της περιοχής. Με την ολοκλήρωση της επεξεργασίας και ερμηνείας των σεισμικών δεδομένων θα προχωρήσουμε σε όλες τις λεπτομέρειες για την οργάνωση του επίσημου γύρου παραχωρήσεων στα μέσα του επόμενου έτους, όπως ήταν και παραμένει ο αρχικός μας στόχος.

Παράλληλα, ολοκληρώνεται η οριστικοποίηση των συμβάσεων παραχώρησης για τις περιοχές «Πατραϊκός» και «Ιωάννινα» με τους αναδόχους που προέκυψαν από τον διαγωνισμό «open door» και σε μικρό χρονικό διάστημα θα έλθουν προς κύρωση στη Βουλή των Ελλήνων. Η υλοποίησή τους θα οδηγήσει σε πολλαπλά οφέλη: αύξηση των δημόσιων εσόδων, ανάπτυξη των τοπικών οικονομιών, δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, ανάπτυξη υποστηρικτικών επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, παραγωγή τεχνογνωσίας, εκπαίδευση νέων επιστημόνων.

Το προσωπικό

Ολα αυτά υλοποιούνται με την άοκνη και ανιδιοτελή προσπάθεια μονοψήφιου αριθμού στελεχών της Διεύθυνσης Πετρελαϊκής Πολιτικής του ΥΠΕΚΑ, καθώς και των δύο άμισθων Επιτροπών Διαγωνισμού, που στελεχώθηκαν από ειδήμονες του χώρου. Η μεμονωμένη κακόβουλη κριτική που σποραδικά είδε το φως της δημοσιότητας για τα προσόντα των μελών των επιτροπών, προσκρούει στα ίδια τα βιογραφικά τους. Οι επιτροπές αποτελούνται από έμπειρα τέως υψηλόβαθμα στελέχη ή μέλη των Διοικήσεων των ΔΕΠ, ΔΕΠ-ΕΚΥ, ΙΓΜΕ, τ. ΥΒΕΤ, εν ενεργεία πανεπιστημιακούς καθηγητές με διεθνή προβολή στα αντίστοιχα θέματα, στελέχη του ΥΠΕΚΑ με μεταπτυχιακούς-διδακτορικούς τίτλους και διεθνή αναγνώριση, καταξιωμένους επαγγελματίες. Ο αριθμός των επιστημόνων αυτών που έφεραν εις πέρας ένα τιτάνιο έργο και συνεχίζουν να εργάζονται εντατικά, συστηματικά και με συνέπεια, είναι συγκριτικά αμελητέος σε σύγκριση με αυτόν της ΔΕΠ ΕΚΥ, όταν βρισκόταν σε πλήρη ανάπτυξη και αριθμούσε πλέον των 250 εξειδικευμένων εργαζομένων, με πλήθος εξωτερικών συμβούλων και σημαντικούς οικονομικούς πόρους την εποχή εκείνη.

Η έγκριση από τη Βουλή των συμβάσεων παραχώρησης των δικαιωμάτων έρευνας και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων αποτελεί κορύφωση της διαφάνειας και της λειτουργίας των δημοκρατικών θεσμών. Η διαδικασία αυτή αποτελεί επίσης σαφές μήνυμα αξιοπιστίας της χώρας απέναντι στη διεθνή πετρελαϊκή αγορά που επιθυμεί διαχρονική σταθερότητα στις συμβάσεις που καλούνται να υπογράψουν οι ανάδοχες εταιρείες. Με νόμο, και όχι με μια απλή Υπουργική Απόφαση, διασφαλίζονται επενδυτικά σχέδια, που είναι εκ φύσεως ιδιαίτερα μακροπρόθεσμα και υψηλότατου οικονομικού κινδύνου.

Η επιλογή της έγκρισης από τη Βουλή είχε ανακοινωθεί προ τριετίας από τον κ. Γιάννη Μανιάτη, ως υφυπουργό ΠΕΚΑ, και είχε γίνει ομόφωνα αποδεκτή από όλα τα κόμματα του Κοινοβουλίου. Με μια διαδικασία, που υλοποιούμενη σε ένα μικρό μόνο χρονικό διάστημα, κάθε άλλο παρά χρονοβόρα και γραφειοκρατική είναι, οι όροι παραχώρησης των δικαιωμάτων του ελληνικού Δημοσίου για την έρευνα και την εκμετάλλευση ενός δημόσιου αγαθού είναι πλήρως διαφανείς και ανοιχτοί στο Κοινοβούλιο, γεγονός που παραπέμπει σαφώς σε ευρωπαϊκή χώρα με ανεπτυγμένο το αίσθημα της κοινωνικής ηθικής.

Ασκείται κάποιες -ελάχιστες ευτυχώς- φορές κριτική που παραβλέπει όλα τα παραπάνω, προκαλώντας κάποια πικρία σ’ αυτούς που έχοντας βάλει πάνω απ’ όλα το συμφέρον της χώρας, προσφέρουν με ανιδιοτέλεια. Ομως, όλοι όσοι συμμετέχουμε, συνεχίζουμε απερίσπαστοι, με συστηματικό/επιστημονικό τρόπο, γιατί πάνω από όλα προέχει η επιτυχία ενός εγχειρήματος που μόνο οφέλη μπορεί να προσφέρει στην ελληνική οικονομία και την κοινωνία.

* Ο Κωνσταντίνος Μαθιουδάκης είναι Καθηγητής ΕΜΠ, γενικός γραμματέας Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής του ΥΠΕΚΑ.
energypress.gr