Νέο “mea culpa” από το ΔΝΤ, το οποίο σε έκθεσή του, που δημοσιεύτηκε την Πέμπτη, αμφισβητεί την πολιτική λιτότητας που εφαρμόστηκε στη Νότια Ευρώπη, κυρίως στην Ελλάδα, κατά την περίοδο της κρίσης.

Η μελέτη εξετάζει τις επιτυχείς περιπτώσεις μείωσης του δημοσίου χρέους σε ανεπτυγμένες οικονομίες, τα τελευταία 30 χρόνια για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η σκληρή λιτότητα αποδεικνύεται αντιπαραγωγική και υπονομεύει τη βασική προϋπόθεση για τη μείωση των εθνικών χρεών, που είναι η ανάπτυξη.

Η μελέτη αυτή δεν είναι η πρώτη, που επιβεβαιώνει το αυτονόητο. Εμπειρογνώμονες του Ταμείου έχουν καταλήξει σε ανάλογα συμπεράσματα τους τελευταίους μήνες.

Η έκθεση παρουσιάστηκε σε εκδήλωση του Ινστιτούτου Bruegel, στις Βρυξέλλες.όπου ορισμένοι ομιλητές ανέφεραν ότι αποτελεί αισιόδοξο σημάδι ΄΄οτι «υπάρχουν ιστορικά παραδείγματα μείωσης του δημοσίου χρέους, ακόμη και σε δύσκολες συνθήκες χαμηλής ανάπτυξης».

Ωστόσο, η ήπια, στοχευμένη δημοσιονομική προσαρμογή, με μακροπρόθεσμη στρατηγική, η οποία θα συνοδεύεται από διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, αποδίδει πολύ καλύτερα από τη σκληρή λιτότητα, καθώς δεν οδηγεί σε απότομη συρρίκνωση του ΑΕΠ.

Μάλιστα, σύμφωνα με το συντάκτη της έκθεσης του ΔΝΤ, Χελτζ Μπέργκερ, τα πρωτογενή πλεονάσματα αποδίδουν καλύτερα σε συνθήκες ανάπτυξης.

Ο διευθυντής του Ινστιτούτου Bruegel, Γκούντραμ Βολφ, από την πλευρά του, έκανε ειδική αναφορά στην Ελλάδα, υποστηρίζοντας ότι τα στοιχεία από τις εξαγωγές της, οι οποίες θα μπορούσαν δυνητικά να υποβοηθήσουν την ανάπτυξη, είναι απογοητευτικά καθ’ όλη τη διάρκεια της κρίσης.

Παράλληλα, επισήμανε ότι σημαντικό ρόλο στην αδυναμία αντιμετώπισης του ελληνικού προβλήματος έπαιξε και η έλλειψη αξιοπιστίας και εμπιστοσύνης των διεθνών αγορών στη φερεγγυότητα της χώρας μας.

newmoney.gr