Ο έλεγχος ανακριβών δηλώσεων πόθεν έσχες προϊσταμένης εφοριακής υπαλλήλου η οποία δεν μπόρεσε να δικαιολογήσει την προέλευση εισοδήματος από εμφανείς πηγές ύψους 113.656,47 ευρώ, κατά την εννεατία 1995-2004, είχε ως αποτέλεσμα η Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου να προβεί στο σχετικό καταλογισμό και να υποχρεωθεί έτσι η εφοριακός υπάλληλος, η οποία εν τω μεταξύ βγήκε στη σύνταξη, να καταβάλλει το επίμαχο ποσό.

Αρχικά από τον έλεγχο των δηλώσεων πόθεν έσχες (περιουσιακής κατάστασης) είχε καταλογιστεί στην προϊσταμένη ελεγκτή-εφοριακό που εργαζόταν στο διαπεριφερειακό ελεγκτικό κέντρο, το ποσό των 419.538, 97 ευρώ, όμως μπόρεσε και δικαιολόγησε το ποσό των 395,882,5 ευρώ, αλλά έμεινε «ανοικτό» το ποσό των 113.656,47 ευρώ, καθώς δεν μπόρεσε να βρει παραστατικά που να το δικαιολογούν με αποτέλεσμα να εκδοθεί σε βάρος της ισόποση καταλογιστική πράξη από το Ελεγκτικό Συνέδριο.

Αναλυτικότερα, οικονομικός επιθεωρητής πραγματοποίησε έλεγχο στις δηλώσεις πόθεν έσχες της επίμαχης εφοριακού για το χρονικό διάστημα 1995-2004 και τις καταλόγισε το ποσό των 419.538, 97 ευρώ, που δεν μπορούσε να δικαιολογηθεί από τα εισοδήματά της. Η έκθεση του επιθεωρητή διαβιβάστηκε στον υφυπουργό Οικονομικών, ο οποίος με τη σειρά του την έστειλε στο Ελεγκτικό Συνέδριο για καταλογισμό του ποσού.

Η εφοριακός είχε ατομικούς, αλλά και με συγγενικά της πρόσωπα κοινούς λογαριασμούς (με τη μητέρα της, τις αδελφές της, κ.λπ.) σε πέντε Τράπεζες, με καταθέσεις σε ευρώ, δολάρια, ελβετικά φράγκα, μάρκα Γερμανίας, λίρες Ιταλίας και λίρες Αγγλίας.

Τα χρηματικά ποσά που βρέθηκαν στους τραπεζικούς αυτούς λογαριασμούς δικαιολογήθηκαν ότι ήταν από νόμιμες δικές της πηγές και των συγγενικών της προσώπων. Ακόμη, υποστήριξε ότι τμήμα των επίμαχων χρηματικών ποσών προέρχονται, από εξόφληση άτοκων δανείων και τις προκαταβολές που έλαβε για την πώληση αγρών στην Κρήτη.

Η υπόθεση απασχόλησε σε πρώτο στάδιο Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου και στην συνέχεια την Ολομέλεια του, μετά από αίτηση αναίρεσης της εφοριακού υπαλλήλου.
Η Ολομέλεια του Ανώτατου Δημοσιονομικού Δικαστηρίου επισημαίνει σε σχετική απόφασή της ως προς τα άτοκα δάνεια που επικαλείται η εφοριακός ότι δεν προσκόμισε στο δικαστήριο κάποια έγγραφα που να αποδεικνύουν ότι για την χορήγησή τους σε τρίτα πρόσωπα, της είχε δοθεί κάποια εξασφάλιση, όπως είναι ιδιωτικά συμφωνητικά σύναψης δανείων, υποθήκη ακινήτου του δανειολήπτη, κ.λπ.

Αναφορικά με τους ισχυρισμούς της εφοριακού ότι έλαβε δύο προκαταβολές ύψους 27,5 εκατομμυρίων δραχμών για την πώληση αγρών από υποψήφιους αγοραστές, οι σύμβουλοι του Ελεγκτικού Συνεδρίου, υπογραμμίζουν ότι η εφοριακός δεν προσκόμισε κάποια συμβολαιογραφικά προσύμφωνα μεταβίβασης ακινήτων ή συναλλαγματικές ή αποδείξεις που να αναγράφονται συγκεκριμένα ποσά. Εξάλλου, δεν δικαιολογείται το ύψος των προκαταβολών με την έκταση των ακινήτων, αλλά και «κατά τα συναλλακτικά ήθη δεν είναι σύνηθες να καταβάλλονται δύο ή και περισσότερες δόσεις προκαταβολών για την αγορά ακινήτου» και τελικά η αγοραπωλησία να ακυρώνεται.

Μετά από προσθέσεις και αφαιρέσεις, αλλά και επιχειρηματολογία που στο μεγαλύτερο μέρος της δεν έγινε δεκτή οι δικαστές, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι το επίμαχο ποσό των 113.656,47 ευρώ πρέπει να καταλογιστεί την εφοριακό.

Στο ποινικό σκέλος η εφοριακός κρίθηκε αθώα από το Τριμελές Εφετείο Αθηνών για το αδίκημα της υποβολής ανακριβούς δήλωσης πόθεν έσχες του έτους 2004, ενώ λόγω παραγραφής έπαυσε η ποινική δίωξη σε βάρος της για τις δηλώσεις των ετών 2001-2001.

protothema.gr