Αφιερωμένη στην Ρίτσα Χατζηδάκη - έναν χρόνο μετά τον θάνατό της - ήταν η παράσταση που δόθηκε χθες το βράδυ στα Χανιά απο την θεατρική σκηνή που φέρει το όνομά της, με το έργο του Morris Panich “Η επίσκεψη”.

Στο έργο έπαιξαν η Μαρία Φουράκη και ο Γιάννης Καρτσωνάκης, ενώ όπως αναφέρθηκε σε σχετική ανακοίνωση της ομάδας η παράσταση ήταν "αφιερωμένη στη Ρίτσα Χατζηδάκη που μας έμαθε, μας καθόρισε, μας πρόσφερε και έβγαλε στο φως τα θεατρικά όνειρα και όχι μόνο".

Με αφορμή την συγκεκριμένη παράσταση, ο Γιώργος Σαρηγιάννης έγραψε στο http://totetartokoudouni.blogspot.gr/, το εξής κείμενο για την Ρίτσα Χατζηδάκη, το οποίο δημοσιεύθηκε στο πρόγραμμα της παράστασης.

"Θυμάμαι ακόμα τη μέρα που την πρωτοείδα. Μεγάλη Βδομάδα του ’76. Μόλις είχαμε φτάσει στα Χανιά, ήμουνα στην αυλή της Αναγνώστη Μάντακα και βγήκε στο μπαλκόνι του δεύτερου να πει το «καλώς ήρθατε». Ήταν νέα και όμορφη η Ρίτσα η Χατζηδάκη. 

Ήταν γενναιόδωρη. Ήταν φιλόξενη η προσωποποίηση της φιλοξενίας. Ήταν νοικοκυρά σπουδαία. Ήταν μαγείρισσα ανυπέρβλητη σαν τη μάνα της, την κυρία Κατίνα, σαν τις θείες της. Ήταν ανοιχτό βιβλίο. Ήταν ενθουσιώδης, ορμητική, ισοπεδωτική ένας οδοστρωτήρας, φωτιά και λαύρα. Το μικρασιάτικο αίμα στη χανιώτικη γη είχε ανθίσει και τα λουλούδια ήταν κατακόκκινα βαθύ κόκκινο, καυτό. Ο Νώντας της ήταν μωράκι, η Βίβια έτσι τη λέγαμε τότε ήταν μικρό κοριτσάκι.

Πέρασαν τα χρόνια. Ήρθανε βάσανα πολλά. Τα αντιμετώπισε με αξιοπρέπεια. Πάντα. Το θέατρο που είχε ήδη κερδίσει έναν της οικογένειας, τον Γιάννη τον Ροζάκη, τον αδελφό της έγινε το αποκούμπι της. Από το ’83 ιδρυτικό μέλος της χανιώτικης ερασιτεχνικής «Αρένας», πλάι στο σκηνογράφο Γιάννη Κύρου ο οποίος τη δημιούργησε, την ανέλαβε απ’ το ’94, μετά τον, επίσης, πρόωρο θάνατό του. Αφοσιώθηκε. Τάχτηκε. Η Ομάδα έγινε η δεύτερη οικογένειά της.

Αλλά ο Δίας κάτι είχε μαζί της. Της έριξε κατακούτελα τον πιο δυνατό του κεραυνό να χάσει το παλικάρι της πάνω στον ανθό της νιότης του. Μαυροφορέθηκε για πάντα «πέτα επιτέλους τα μαύρα, δεν σημαίνουν τίποτα» της έλεγα, «όχι, για μένα σημαίνουν» ήταν η απάντηση. Κοφτή. Απομονώθηκε από τη δημόσια ζωή στα Χανιά σαν να τιμωρούσε τον εαυτό της για κάτι για το οποίο δεν είχε φταίξει όμως εκείνη. Έκλαψε, στέγνωσε, μαράθηκε. Εξωτερικά. 

Η φλόγα όμως μέσα της δεν έσβησε. Το θέατρο και η «Αρένα» τη στήριξαν. Και πάνω τους στηρίχτηκε. Από το 2001 άρχισε να σκηνοθετεί. Έψαχνε, έψαχνε, αγόραζε βιβλία, διάβαζε, προσπαθούσε να βρει τα κατάλληλα έργα για την ομάδα, μου «φορτωνόταν» να της βρω έργα, να της προτείνω, να τη φέρω σε επαφή με ανθρώπους του χώρου. Χαρά μου ήταν. Όσοι τη γνώριζαν τη λάτρευαν.

Ήταν φίλη μου. Μια φίλη εκ του μακρόθεν, που δεν την έβλεπα συχνά, που δεν έκανα συχνά παρέα μαζί της, πότε πότε μιλούσαμε μόνο στο τηλέφωνο. Κι όμως πάντα μου προκαλούσε τη διάθεση να ανοιχτώ, να της μιλήσω, να της εξομολογηθώ, να της τα πω όλα. Σε άκουγε. Η Διαθεσιμότητα προσωποποιημένη. Και στα δύσκολα μου στάθηκε. Σαν αδελφή ήταν. 

Και πέρσι, στις 28 του Οκτώβρη, σαν να έχασα μια αδελφή ο χρόνος αυτός που ακολούθησε θέλησε, αλίμονο, να μου στερήσει κι άλλη μία. Μου λείπει η Ρίτσα. Και όπως οι συνθήκες διαμορφώθηκαν μου λείπει περισσότερο… Αλλά, έτσι κι αλλιώς, δεν θα την ξεχάσω: Ρίτσα, τέτοιες τηγανιτές πατατούλες κανένας δεν θα μου τηγανίσει ποτέ ξανά."