Το Υπουργείο Υγείας σε πρόσφατο νομοσχέδιο που έφερε στη Βουλή εισήγαγε μια τροπολογία για την αντιμετώπιση του φαινομένου της μικροβιακής αντοχής και των πολυανθεκτικών μικροβιακών στελεχών στα νοσοκομεία της χώρας μας.

Όντως η μικροβιακή αντοχή στα αντιβιοτικά είναι ένα σοβαρό πρόβλημα δημόσιας υγείας. Είναι όμως ένα πολυπαραγοντικό πρόβλημα και η στενά διοικητική και δημοσιονομική προσέγγιση της κυβέρνησης υποδηλώνει την υποτίμηση του. Το Υπουργείο Υγείας πρωτίστως ενδιαφέρεται για το κόστος των ενδονοσοκομειακών λοιμώξεων που δεν καλύπτεται μάλιστα από τα ΚΕΝ( κλειστά νοσήλια) , αλλά και για τη δυσμενή επίπτωση της μικροβιακής αντοχής στο μεγάλο «αναπτυξιακό στόχο» του ιατρικού τουρισμού. Γι’ αυτό και αναθέτει στις Διοικήσεις των νοσοκομείων την κύρια ευθύνη και αρμοδιότητα για τον περιορισμό της μικροβιακής αντοχής.

Αυτό που δεν θέλει να καταλάβει η κυβέρνηση και ο συγκεκριμένος Υπουργός Υγείας είναι ότι τα NDM στελέχη της Klebsiella, οι καρβαπενεμάσες και οι μεταλο-β-λακταμάσες δεν οφείλονται μόνο στην «πίεση επιλογής» από την κακή χρήση των αντιβιοτικών ή στη τη μη τήρηση των κανόνων υγιεινής από το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό, αλλά ευνοούνται κυρίως από τις άσχημες συνθήκες νοσηλείας των αρρώστων στα ελληνικά νοσοκομεία. Δεν μπορεί να υπάρξει αποτελεσματική παρέμβαση στον κίνδυνο της μικροβιακής αντοχής με τη σημερινή στελέχωση -κάτω από όλα τα διεθνή standards- των ΜΕΘ, των Ειδικών Μονάδων, των Ογκολογικών Τμημάτων αλλά και όλων σχεδόν των κλινικών στα νοσοκομεία του ΕΣΥ.

Δεν μπορεί να αντιμετωπιστούν δραστικά οι ενδονοσοκομειακές λοιμώξεις χωρίς τη δυνατότητα απομόνωσης ασθενών ανοσοκατεσταλμένων, ευάλωτων ή αποικισμένων με πολυανθεκτικά μικροβιακά στελέχη. Δεν γίνεται σωστή επιτήρηση των λοιμώξεων σε νοσοκομεία με ράντζα, με 1 νοσηλεύτρια ανά 35-40 κλίνες στη βραδινή βάρδια, με τους συγγενείς ή τις αποκλειστικές νοσοκόμες χωρίς εκπαίδευση να υποκαθιστούν το νοσηλευτικό έργο λόγω των τραγικών ελλείψεων προσωπικού. Δεν μπορεί να υλοποιηθεί το πρόγραμμα «Προκρούστης» για τον έλεγχο της μικροβιακής αντοχής, όταν στο Σύστημα Υγείας λειτουργεί ο μνημονιακός «Προκρούστης» των δαπανών, του εξοπλισμού, των υλικών και κυρίως του ανθρώπινου δυναμικού.

Πως θα γίνει η αναγκαία επιδημιολογική επιτήρηση της μικροβιακής αντοχής σε ένα Σύστημα που καταρρέει λειτουργικά, με ποια εργαστηριακή υποστήριξη όταν τα Μικροβιολογικά Εργαστήρια των νοσοκομείων στενάζουν από ελλείψεις διαγνωστικών μέσων και προσωπικού, με ποιες προδιαγραφές ποιότητας σε ένα ΕΣΥ που δεν τηρεί τους σύγχρονους όρους ασφαλούς εργασίας και περίθαλψης;

Είναι προφανές ότι η -σωστή κατά τα άλλα- υπόδειξη προς το προσωπικό για την τήρηση των κανόνων υγιεινής (πλύσιμο χεριών, αλλαγή γαντιών κατά τη νοσηλεία των ασθενών κλπ), όταν δεν συνοδεύεται από σοβαρές βελτιώσεις στην νοσηλευτική πραγματικότητα των δημόσιων νοσοκομείων, στην συνεχιζόμενη εκπαίδευση των γιατρών και την «απεξάρτηση» της από τη φαρμακοβιομηχανία, στη δημιουργία νοσοκομειακών συνταγολογίων με θεραπευτικά πρωτόκολλα προσαρμοσμένα στις τοπικές συνθήκες και στη μικροβιακή «οικολογία» κάθε νοσοκομείου και υπό την εποπτεία εξειδικευμένων λοιμωξιολόγων, στη δυνατότητα αποτελεσματικού ελέγχου της αγοράς και χρήσης αντιβιοτικών χωρίς ενδείξεις, σημαίνει πολύ απλά ότι το Υπουργείο Υγείας «νίπτει τας χείρας του» απέναντι στο πρόβλημα.

Με αυτή λοιπόν την έννοια πιστεύουμε ότι το φαινόμενο της μικροβιακής αντοχής δεν είναι ένα στενά διοικητικό ή τεχνοκρατικό ζήτημα, όπως θεωρεί η νεοφιλελεύθερη αντίληψη για τη δημόσια υγεία, αλλά είναι ένα πολιτικό ζήτημα που η λύση του προαπαιτεί ριζική αναδιοργάνωση του ΕΣΥ και βελτίωση των όρων λειτουργίας των νοσοκομείων, πάντα σε συνεργασία με την επιστημονική κοινότητα και τους εργαζόμενους που μοχθούν καθημερινά για την αξιοπιστία της δημόσιας περίθαλψης.

Tου βουλευτή Ρεθύμνου και υπεύθυνου Υγείας της ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ Ανδρέα Ξανθού*
*Υ.Γ. Το κείμενο αυτό βασίζεται στην ομιλία του Α. Ξανθού στη Βουλή κατά τη συζήτηση του ν/σ «Ρυθμίσεις του Υπουργείου Υγείας και άλλες διατάξεις» στις 31/10/2013.