Η Παιδεία βυθίζεται. Μέσα σε ένα κλίμα γενικής αδιαφορίας. Σαν να μην ενδιαφέρονται, παρά ελάχιστοι, να αποτρέψουν το επερχόμενο ιστορικό ναυάγιό της. Βουλιάζει μέσα στην απαισιοδοξία. Διδασκόντων και διδασκομένων. Πνίγεται μέσα στον εξευτελισμό των αξιών. Ακαδημαϊκών και ιδεολογικών. Σε όλες τις βαθμίδες της. Όσα διαδραματίζονται στα κορυφαία ιδρύματα της χώρας ταξιδεύουν σε όλο τον κόσμο. Και συμβάλλουν στη διάχυτη απαξίωση της χώρας.

Η κρίση είναι βαθειά. Είναι ιστορική. Η δημοσιονομική κρίση ανέδειξε απλά το βάθος και τις διαστάσεις της κρίσης στην παιδεία. Η παιδεία είναι ουσιαστικά αποκομμένη από τις ανάγκες της κοινωνίας και της οικονομίας. Η παραγωγή πτυχίων αποτελεί προτεραιότητά μας. Δευτερευόντως οι γνώσεις. 

Δεν διδαχτήκαμε από χώρες και καθεστώτα, που πλημμύρισαν τις αντίστοιχες κοινωνίες και οικονομίες τους από περιττούς πτυχιούχους. Δεν μας απασχόλησε η παραγωγικότητα του εκπαιδευτικού συστήματος. Ούτε η ένταξή του σε έναν εθνικό σχεδιασμό. Αφήσαμε να κυριαρχήσει η αντίληψη ότι η Παιδεία βρίσκεται σε διάσταση ή και πόλεμο με την κοινωνία και την οικονομία. Ότι η δική μας Παιδεία είναι ξεχωριστή και ιδιαίτερη από την παιδεία άλλων προηγμένων χωρών. Απαξιώνουμε τη σύγκριση μαζί τους. Υποδυόμαστε τους αναχωρητές από τη διεθνή πραγματικότητα. Τείνει να μας καθυποτάξει ένας πνευματικός επαρχιωτισμός. Χωρίς ιδεολογική ταυτότητα. Χωρίς ιστορικό ορίζοντα.

Έχουμε νέους ανθρώπους ταλαντούχους. Από τη φύση και τον επίμονο και επίπονο κόπο τους. Τους διώχνουμε στο εξωτερικό. Και δεν τους καλούμε να επιστρέψουν, ακόμη και όταν εκείνοι ωριμάσουν. Ακόμα και όταν έχουν ανέλθει σε υψηλές ακαδημαϊκές βαθμίδες. Εάν, ποτέ, υπερισχύσει ο νόστος της επιστροφής, τους συντρίβουμε στις μυλόπετρες μιας μίζερης καθημερινότητας. 

Παραδώσαμε στα κόμματα, ιδίως, τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Όλα τα μέλη της εκπαιδευτικής και ακαδημαϊκής κοινότητας είναι πάνω από όλα πολίτες. Και, κατά κανόνα, πολίτες με συνεπή, συνεχή ιστορικά ιδεολογική ταυτότητα. Αυτό ίσχυε πάντοτε. Η διαφορά βρίσκεται στο «που» γεννιούνται οι ιδέες τους, «πως» διεκδικούνται ή προωθούνται και «πως» εφαρμόζονται. Το πανεπιστήμιο ήταν φυτώριο ιδεών και αφετηρία αγώνων. Σήμερα, πολλά από αυτά που βιώνονται σε αυτό, αποφασίζονται σε άλλους χώρους. Και η πανεπιστημιακή κοινότητα τα εκτελεί ή τα ανέχεται αδιάφορη.

Σε αυτό συνέβαλε μια αρνητική πλευρά της μεταπολίτευσης. Το διαρκές φλερτ με την κουλτούρα της «βίας». Με τις καταλήψεις και το ψευδές ιδεολόγημα ότι αυτές συνιστούν άσκηση δήθεν δημοκρατικού δικαιώματος. Που καμιά έννομη τάξη στη διεθνή κοινότητα δεν έχει αναγνωρίσει. Έτσι, κρατήσαμε αίθουσες κλειστές και σπουδαστές και μαθητές σε ομηρία ιδεολογικής σύγχυσης και κοινωνικής αδράνειας. Έτσι, λησμονήσαμε ότι η Παιδεία είναι θεσμός. Ελεύθερος, δημοκρατικός και ακηδεμόνευτος. Και δεν κατανοήσαμε ένα θεμελιώδες χαρακτηριστικό κάθε δημοκρατικού θεσμού σε μια ανοιχτή κοινωνία. Λειτουργεί με αρχές. Με κανόνες. Και με ιδανικά. 

Καμιά χώρα δεν οδηγήθηκε στις πλατιές λεωφόρους της βιώσιμης και ανθεκτικής προόδου χωρίς αληθινή επανάσταση και ανατροπές στην Παιδεία. Αληθινή μεταρρύθμιση είχαμε το 1964. Με τον οραματιστή Γεώργιο Παπανδρέου και τον μεγάλο παιδαγωγό Ευάγγελο Παπανούτσο. Πλαισιωμένους από προικισμένους και αδάμαστους δασκάλους. Δεν αρνιέμαι αξιόλογους σταθμούς στη μεταπολίτευση. Τους έλλειψε, όμως, το όραμα των υψηλών οριζόντων. Μας έλειψαν οι εμπνευσμένοι ηγέτες. Και όσοι ανέλαβαν τις σχετικές ευθύνες, δεν υποστηρίχτηκαν από ανιδιοτελείς συμμαχητές και συστρατιώτες. Και από την άλλη, η κοινωνία αποδείχτηκε ανέτοιμη να υπηρετήσει διαχρονικά αιτήματα. Με κύρια, αλλά όχι μοναδική ή αποκλειστική, ευθύνη της πολιτικής εξουσίας. 

Ευτυχώς δυνάμεις υπάρχουν. Και στα πανεπιστήμια. Και στα σχολειά μας. Ένα, όμως, δεν έχουν καταφέρει. Την αμοιβαία και αμφίδρομη αναγνώριση. Το αίσθημα και την τεκμηριωμένη (αυτο)πεποίθηση μιας ξεχωριστής ταυτότητας. Δεν έπλασαν την κοινή γλώσσα και λαλιά. Και δεν κατάφεραν έναν εσωτερικό, δημιουργικό συντονισμό τους.

Αντώνης Ν. Βγόντζας