Για τα δύο γιοτ όπου έμενε μέχρι να ολοκληρωθεί η πολυτελής βίλα του στην Εκάλη μιλάει σε συνέντευξή του σε διεθνές περιοδικό «ShowBoats International» ο γνωστός, νεαρός και ανερχόμενος εφοπλιστής κ. Χάρης Βαφειάς.

Παρότι είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς τι τη θέλει τέτοια δημοσιότητα τέτοιες εποχές, η συνέντευξη στο περιοδικό «ShowBoats International» είναι αποκαλυπτική, απολαυστική και για πολλούς εκνευριστική.

Πάντως, η ιστορία από τον παππού του που περαματάρης με μια βάρκα μέχρι τη σημερινή αυτοκρατορία του Χάρη Βαφειά προκαλεί από μόνη της μεγάλο ενδιαφέρον.

Διευθύνει έναν στόλο συνολικής αξίας άνω των 2 δισ. δολαρίων

«Ως μέλος της νέας γενιάς των Ελλήνων κροίσων της ναυτιλίας, ο απίθανα νεαρός Χάρης Βαφειάς διατηρεί τον δεσμό του με τη θάλασσα χάρη σε έναν στόλο που περιλαμβάνει από σούπερ γιοτ έως δεξαμενόπλοια για μεταφορές πετρελαίου», γράφει ο απεσταλμένος του «ShowBoats International», ρεπόρτερ Μαρκ Τσίσνελ. Κατόπιν περνά στο καθαυτό «μενού» της συνέντευξης που δημοσιεύεται στο τελευταίο τεύχος του έγκριτου και πολυτελούς περιοδικού: «Είχαμε μόλις αρχίσει να απολαμβάνουμε ένα ιδιαίτερα εύγευστο ορεκτικό βασισμένο στη γαριδοσαλάτα όταν ο Χάρης Βαφειάς άρχισε μια διήγηση που πιθανότατα αποτελεί την πιο συναρπαστική εξιστόρηση της ζωής του ως ενός από τους νεότερους μεγιστάνες του ελληνικού εφοπλισμού. Ο Βαφειάς είχε αγοράσει ένα καινούριο γιοτ Feadship μήκους 47,2 μέτρων από το Μαϊάμι. Οι προηγούμενοι ιδιοκτήτες του σκάφους το είχαν μόλις φέρει από την άλλη άκρη του Ατλαντικού στην Ελλάδα, συνοδεία καπετάνιου που βρίσκεται στην υπηρεσία του Βαφειά. Καθώς ήταν Φεβρουάριος, το ταξίδι ήταν ταραγμένο και ο Βαφειάς είχε κατέβει στη μαρίνα για να υποδεχτεί το σκάφος και το πλήρωμα.

‘‘Δεν με ήξερε κανένας εκτός από τον δικό μου καπετάνιο’’, λέει ο Βαφειάς. ‘‘Το γιοτ έδεσε και εγώ επιβιβάστηκα αμέσως για να τους συγχαρώ όλους που το έφεραν σώο και αβλαβές στην Ελλάδα. Ηταν όλοι τους πάρα πολύ κουρασμένοι και καθώς άρχισα να τους δίνω συγχαρητήρια, ούτε ένας δεν γύρισε να με κοιτάξει. Δεν καταλάβαινα τι τρέχει και επανέλαβα τα συγχαρητήριά μου, και πάλι όμως δεν εισέπραξα ούτε ένα βλέμμα. Ο καπετάνιος μου σκούντησε με τον αγκώνα τον κυβερνήτη του πωλητή, λέγοντάς του: ‘‘Συγγνώμη, αλλά σου μιλάει ο νέος ιδιοκτήτης’’. Και εκείνος είπε: ‘‘Κόψε την πλάκα, μη με δουλεύεις, αυτός δεν είναι ο ιδιοκτήτης, είναι ο τύπος που βοηθάει στο δέσιμο των σχοινιών στη μαρίνα. Δεν μπορεί ο ιδιοκτήτης να είναι ένα παιδάκι’’.

Ο Χάρης Βαφειάς ήταν ο ιδιοκτήτης, αλλά δεν ήταν σε καμία περίπτωση ‘‘παιδάκι’’. Είκοσι εννέα ετών εκείνη την περίοδο, είχε ήδη καταφέρει να πολλαπλασιάσει τα 4 εκατ. δολάρια μιας επένδυσης σε δεξαμενόπλοια, δημιουργώντας κεφάλαιο εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων. Η φράση ‘‘Ελληνας κροίσος της ναυτιλίας’’ πιθανότατα έχει επινοηθεί στο τέλος της δεκαετίας του ’50 για τον Αριστοτέλη Ωνάση, ο εφοπλισμός όμως είναι μια δύσκολη και γεμάτη ιδιομορφίες δραστηριότητα, η οποία προφανώς είναι ιδιαίτερα ευαίσθητη, καθώς επηρεάζεται από την κατάσταση της παγκόσμιας οικονο­μίας. Δεδομένης της μακροχρόνιας ύφεσης σε όλο τον κόσμο -για να μην κάνουμε λόγο περί των μαρτυρίων που υφίσταται η Ελλάδα-, θα ήταν απολύτως κατανοητό αν όλοι φανταζόμασταν ότι οι ημέρες των ναυτιλιακών αυτοκρατοριών που είχαν ως βάση τους την Αθήνα έχουν τελειώσει - προσωρινά έστω. Ωστόσο, ο Χάρης Βαφειάς αποτελεί απόδειξη του αντιθέτου: σήμερα πλέον είναι ένας 36χρονος άνδρας ο οποίος έχει δημιουργήσει και διευθύνει έναν στόλο συνολικής αξίας άνω των 2 δισ. δολαρίων».

«Ταξίδεψα αεροπορικώς έως την Ελλάδα με σκοπό να γνωρίσω τον Βαφειά στη θαυμάσια νέα κατοικία του, που βρίσκεται σε ένα από τα βόρεια προάστια της Αθήνας», γράφει ο δημοσιογράφος του «ShowBoats International». «Καθώς έφτανα και περνούσα από δύο διαφορετικούς ελέγχους που μου έκαναν οι άνδρες της προσωπικής ασφάλειάς του, θυμήθηκα μια συνέντευξη που είχε δώσει ο Βαφειάς σε ένα τηλεοπτικό δελτίο ειδήσεων, κυριολεκτικά σε απόσταση βολής. Χαμογελαστός, ο Χάρης Βαφειάς με υποδέχτηκε στην εξώπορτα, άνετος και πρόσχαρος, φορώντας παντελόνι τζιν και πουκάμισο ξεκούμπωτο στον λαιμό. Καθίσαμε και αρχίσαμε να μιλάμε. Οταν βρήκα την ευκαιρία, τον ρώτησα κάτι σχετικά με τη σκοποβολή. ‘‘Είναι χόμπι. Μου αρέσει η σκοποβολή, όταν ρίχνεις συγκεντρώνεσαι πολύ έντονα, εστιάζεις και ξεχνάς τις σκοτούρες σου. Και επειδή στην Ελλάδα υπάρχουν οικονομικά προβλήματα, ποτέ δεν ξέρεις... Ωραία είναι να ξέρεις να χειρίζεσαι όπλα με ασφάλεια και ακρίβεια’’.

Ο παππούς τραβούσε κουπί στη βάρκα

Ο Βαφειάς είναι ο πρώτος που παραδέχεται ότι ξεκίνησε με προπορεία στη ζωή, καθώς τα 4 εκατ. του αρχικού κεφαλαίου του προσφέρθηκαν από τον πατέρα του. Ωστόσο, ο Χάρης Βαφειάς υπογράμμισε ότι δεν χρειάζεται να γυρίσουμε πολύ πίσω στο οικογενειακό παρελθόν για να εντοπίσουμε εκείνον που ξεκίνησε από το τίποτα, έναν από τους παππούδες του, για τον οποίον ο ίδιος είναι εμφανώς υπερήφανος. Ο Χαράλαμπος Βαφειάς γεννήθηκε στο περιβάλλον μιας πολύ φτωχής οικογένειας στη Χίο. Ο Χαράλαμπος ήταν φιλόδοξος και προικισμένος με επιχειρηματικό πνεύμα. Νοίκιασε μια βάρκα με κουπιά και τη χρησιμοποίησε για να μεταφέρει αιγοπρόβατα από τη Χίο στο κοντινό νησί των Οινουσσών. Επρόκειτο για έναν πολύ σκληρό τρόπο να βγάζει χρήματα, κωπηλατώντας σε μια απόσταση περί τα 2 χιλιόμετρα δύο ή τρεις φορές την εβδομάδα, με ζέστη ή με κρύο, χειμώνα - καλοκαίρι. Ηταν όμως μια καλή δουλειά και επέτρεψε στον Χαράλαμπο να μαζέψει αρκετά χρήματα για το επόμενο τόλμημά του: τη μετανάστευση στην Αργεντινή. Είχε διακρίνει τη μεγάλη ευκαιρία για την παραγωγή βόειου κρέατος, η οποία κρυβόταν εκεί λόγω των απέραντων εκτάσεων που ήταν στρωμένες με χλόη. Τελικά κατάφερε να αποταμιεύσει αρκετά χρήματα ώστε να αγοράσει μια μικρή φάρμα συνεταιρικά με κάποιον άλλον και μέσα σε πέντε χρόνια, όπως μου λέει ο Βαφειάς, ο παππούς του είχε γίνει ο μεγαλύτερος εξαγωγέας κρέατος από τη Νότια Αμερική στην Ευρώπη.

Εκείνος που εγκαινίασε τις ναυτιλιακές επιχειρήσεις της οικογένειας ήταν ο γιος του Χαράλαμπου, ο Νικόλας Βαφειάς. Βρήκε ενθάρρυνση από τους συμφοιτητές του στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας - και αποθάρρυνση από τον πατέρα του. Η επιθυμία του Χαράλαμπου για τον γιο του ήταν να εμπλακεί στην οικογενειακή επιχείρηση, και έτσι ο Νικόλας αναγκάστηκε να κάνει δύο δουλειές έως ότου ξεκινήσει τη δική του ναυτιλιακή εταιρεία, βασιζόμενος σε έναν συνέταιρο, ένα τραπεζικό δάνειο και ένα παλιό φορτηγό πλοίο μεταφοράς ξηρού φορτίου. Εχτισε την επιχείρησή του ξεκινώντας από αυτά, επέζησε από τη ναυτιλιακή κρίση των αρχών της δεκαετίας του ’80 και βρέθηκε στην κατάλληλη θέση για να πλουτίσει όταν επανήλθαν οι καλές εποχές. Ο Χάρης Βαφειάς γεννήθηκε στο περιβάλλον αυτής της επιτυχημένης ελληνικής οικογένειας και πήρε το όνομα του παππού του. Το πεπρωμένο του το έμαθε από νωρίς. ‘‘Ανέκαθεν μου άρεσε να πουλάω και να αγοράζω πράγματα. Θυμάμαι ότι όταν ήμουν μικρό παιδί στο σχολείο και οι γονείς μου μού χάριζαν παιχνίδια εγώ τα έπαιρνα στο σχολείο και προσπαθούσα να τα πουλήσω με επιπλέον κέρδος! Αλλά έτσι ήταν ο χαρακτήρας μου...’’ Ηταν προδιαγεγραμμένο ότι ο Χάρης θα ακολουθούσε τα βήματα του πατέρα του στον εφοπλισμό, και έτσι όταν ο Βαφειάς έγινε 17 ετών ο μπαμπάς του τον έστειλε σε μπάρκο με ένα από τα πλοία του. ‘‘Τώρα πια, προφανώς, θεωρώ ότι ήταν μια εξαιρετική ιδέα’’, μου λέει ο Βαφειάς, ‘‘όμως εκείνη την εποχή πίστευα ότι ήταν χάλια, έκλαιγα κάθε μέρα...’’.

Η μύηση στον εφοπλισμό

Ο Βαφειάς ακολούθησε μια πιο συστηματική έναρξη της εκπαίδευσής του σχετικά με τη ναυτιλία το 1996, σπουδάζοντας Μάνατζμεντ στο City University του Λονδίνου. Κατόπιν έκανε μάστερ στο Ναυτιλιακό Εμπόριο και τα Οικονομικά του Εφοπλισμού στο Πανεπιστήμιο Metropolitan της βρετανικής πρωτεύουσας. Εργάστηκε, επίσης, στα γραφεία ναυτιλιακών πρακτόρων για να μάθει τη δουλειά. Αφού ολοκλήρωσε το μάστερ του, επέστρεψε στην Ελλάδα και είπε στον πατέρα του ότι, ενώ επιθυμούσε να ασχοληθεί με τον εφοπλισμό, ήθελε επίσης να κάνει κάτι δικό του.

‘‘Ο μπαμπάς μου, δόξα τω Θεώ, δεν ήταν σαν τον παππού μου. Ηταν πιο ανοιχτόμυαλος και ευέλικτος’’, λέει ο Βαφειάς. Εξήγησε στον πατέρα του ότι ήθελε να ασχοληθεί με τα πετρελαιοφόρα δεξαμενόπλοια. ‘‘Στα εφοπλιστικά, έναν επιχειρηματικό κλάδο που απαιτεί κεφάλαια, 4 εκατ. δολάρια στην πραγματικότητα δεν είναι πολλά χρήματα’’, λέει ο Βαφειάς. ‘‘Ο πατέρας μου μού είπε: Εντάξει, πάρε τα λεφτά και αν τα καταφέρεις και βγάλεις περισσότερα, θα είσαι σε θέση να μου τα επιστρέψεις. Αν δεν τα καταφέρεις, δεν υπάρχει πρόβλημα, αλλά θα γυρίσεις πίσω και θα δουλέψεις στην εταιρεία μου. Καθαρές εξηγήσεις’’.

Ο Χάρης Βαφειάς βάφτισε την εταιρεία του Stealth Maritime χρησιμοποιώντας ως έμπνευση το βομβαρδιστικό αεροσκάφος-φάντασμα και στρώθηκε στη δουλειά. Με ένα άλμα στο σήμερα, ο Βαφειάς εξηγεί πώς η Stealth Maritime διαθέτει πλέον 22 καινούρια τάνκερ αξίας 1,1 δισ. δολαρίων, ενώ μια καινούρια επιχείρηση, η StealthGas, έχει 45 ποντισμένα πλοία και 15 που έχουν παραγγελθεί και αναμένεται να ναυπηγηθούν. Ο Χάρης έχει αναλάβει επίσης τη διεύθυνση της εταιρείας του πατέρα του, της Brave Maritime, αφότου ο Νικόλας αποσύρθηκε το 2008. Στο σύνολο μιλάμε για έναν στόλο 72 πλοίων αξίας 2,2 δισ. δολαρίων, δηλαδή για τον θρύλο μιας οικογένειας που ξεκίνησε από το μηδέν και κατέκτησε αμύθητα πλούτη και η οποία οπωσδήποτε αξίζει να γίνει κινηματογραφική ταινία.

Ο Βαφειάς ολοκληρώνει αυτό το κομμάτι της ιστορίας καθώς μεταφερόμαστε στην τραπεζαρία για το γεύμα. Οι προαναφερθείσες γαρίδες, με ένα πανέμορφο λαβράκι ως κυρίως πιάτο, συνοδευόμενα όλα από λαχανικά βιολογικής καλλιέργειας από τη Χίο. ‘‘Είμαι φανατικός οπαδός της υγιεινής ζωής’’, σχολιάζει ο Βαφειάς. ‘‘Δεν καπνίζω και δεν πίνω καφέ, ενώ από αλκοολούχα πίνω μόνο κρασί. Ασκούμαι σε καθημερινή βάση στο γυμναστήριο, κάτι που δεν κάνω επειδή το απολαμβάνω, το κάνω επειδή πρέπει. Ολη την ημέρα είμαι καθισμένος σε μια καρέκλα και, αν δεν κάνω τίποτα, θα γίνω τεράστιος!’’.

Η σχέση της οικογένειας Βαφειά με τη θάλασσα, όμως, δεν υπήρξε απλώς επιχειρηματική, όπως εξηγεί ο Χάρης. Υστερα από αυτά που πέρασε μεταφέροντας πρόβατα και γίδια από νησί σε νησί, ο παππούς Χαράλαμπος, εύλογα, δεν είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα πλεούμενα αναψυχής, αντίθετα με τον γιο του, ο οποίος έγινε ενθουσιώδης λάτρης της θάλασσας ήδη από το πανεπιστήμιο και λόγω της επιρροής των συμφοιτητών του. Οταν ο Χάρης ήταν μόλις 4 ετών, ο Νικόλας Βαφειάς αγόρασε για την οικογένειά του ένα 5μετρο φουσκωτό, με μια εξωλέμβια Evinrude 50 ίππων, το οποίο έφερε την ονομασία ‘‘Jellyfish’’ (σ.σ.: ‘‘Μέδουσα’’). Οι Βαφειάδες νοίκιαζαν ένα παραθαλάσσιο σπίτι στο Σούνιο για τις θερινές διακοπές και έτσι χρησιμοποιούσαν το φουσκωτό για να επισκέπτονται κοντινούς κολπίσκους για μπάνιο και ψαροντούφεκο. ‘‘Για μένα δεν υπήρχε άλλο είδος καλοκαιρινών διακοπών εκτός από τη θάλασσα. Το θεωρούσα απολύτως φυσικό’’, λέει ο Βαφειάς.

Το φουσκωτό αναβαθμίστηκε σύντομα σε ένα κότερο Posillipo (Technema) 13,5 μέτρων, το οποίο βαφτίστηκε ‘‘Pussycat’’ (σ.σ.: ‘‘Γατούλα’’). Τώρα πλέον η οικογένεια αποκτούσε τη δυνατότητα να κάνει διακοπές εν πλω, κάνοντας κρουαζιέρες στο Αιγαίο και το Ιόνιο για κάνα δυο μήνες κάθε καλοκαίρι. Το σκάφος αυτό εκποιήθηκε στο τέλος της δεκαετίας του ’80 και η οικογένεια αγόρασε ένα 18μετρο Hatteras για ερασιτέχνες ψαράδες από το Μαϊάμι. Το έλεγαν ‘‘Moxie’’ και το κράτησαν για περίπου μια πενταετία. ‘‘Το ευχαριστηθήκαμε πολύ. Είχαμε ένα όμορφο τέντερ Boston Whaler, ήταν φανταστικό... Ψαρεύαμε πολύ, βουτούσαμε για ψαροντούφεκο επίσης, κάτι που λάτρευε ο μπαμπάς μου’’.

Στο μέσο της δεκαετίας του ’90 το ‘‘Moxie’’ αντικαταστάθηκε από ένα πολυαγαπημένο ξύλινο γιοτ 22 μέτρων, το ‘‘Moxie 2’’. Αυτό ήταν μεγαλύτερο και πιο πολυτελές από όλα τα προηγούμενα, μια θέση που διατήρησε έως το 2004, όταν και αντικαταστάθηκε με ένα Baglietto 31 μέτρων, το Robusto, το οποίο εξακολουθεί να είναι η θαλαμηγός της οικογένειας Βαφειά».

Η «Τσούλα» του Εσκομπάρ

«Εχουμε φτάσει στην περίοδο που ο Χάρης Βαφειάς είναι πλέον 20άρης και φλέγεται από επιθυμία να αποκτήσει το δικό του πλεούμενο. ‘‘Λοιπόν, με τα πρώτα λεφτά που έβγαλα μόνος μου, το 2005, αγόρασα ένα 11μετρο Aronow (σ.σ.: ταχύπλοο τύπου Cigarette). Στο δεύτερο ταξιδάκι που έκανα στην Ελλάδα, μία από τις μηχανές κάηκε και κατόπιν άλλαξα και τις δύο. Ηταν ένα πολύ καλλίγραμμο σκάφος και είχε επίσης ένα παράξενο όνομα: Escobar’s Bitch (σ.σ.: «Τσούλα  του Εσκομπάρ»). Η τελική του ταχύτητα ήταν 60 κόμβοι, το πρόβλημα ήταν όμως ότι δεν μπορούσες να πας αργά. Η χαμηλότερη ταχύτητα με την οποία μπορούσες να κινηθείς ήταν 12 κόμβοι, μόλις όμως έδινες λίγο γκάζι, ανέβαινες κατευθείαν στους 30 κόμβους. Το σκάφος ήταν αδύνατο να κινηθεί με 18 ή 25, διότι στις χαμηλές ταχύτητες δεν πλανάρει στο νερό, κάτι για το οποίο έχει σχεδιαστεί. Δεν το χρησιμοποίησα πολύ, διότι διέθετε ένα μόλις μικροσκοπικό κρεβάτι και κανείς δεν ήθελε να έρθει για βόλτα μαζί μου τις ημέρες που είχε κύμα. Δεν ήξεραν αν θα γυρίσουν πίσω ζωντανοί! Δεν θα έλεγα ότι είχα κάνει μια σπουδαία αγορά...’’.

Το επόμενο σκάφος ήταν το Feadship των 47,2 μέτρων, δίπλα στο οποίο ο Χάρης Βαφειάς φαινόταν υπερβολικά νέος ως ιδιοκτήτης. ‘‘Πήγα κατευθείαν από ένα Cigarette 11,5 μέτρων στο Feadship των 47,2 μ., το γνωστό X’’. Πρόκειται για το αρχικό γράμμα τόσο του μικρού ονόματος του Βαφειά αλλά και της Χίου, από όπου κατάγεται η οικογένεια. ‘‘Eίδα το σκάφος στο Μαϊάμι, αλλά ήταν εμετικό από αισθητική άποψη, είχε πορτοκαλί χαλιά, μουσταρδί καναπέδες - αλλά τέλος πάντων, αυτό δεν είναι πρόβλημα, διορθώνεται’’. Μόλις ήρθε στην Ελλάδα, το ‘‘X’’ έγινε το σπίτι του Βαφειά για δύο χρόνια, καθώς περίμενε να ολοκληρωθεί η ανέγερση της νέας του κατοικίας (η οποία χρειάστηκε επτά χρόνια συνολικά). ‘‘Εμεινα στο X και στ’ αλήθεια μου άρεσε πολύ. Νόμιζα ότι δεν θα μου αρέσει, αλλά το λάτρεψα - ήμουν μόνον εγώ και ο σκύλος μου σε όλο αυτό το πελώριο Feadship. Γι’ αυτό και αγαπώ τόσο πολύ αυτό το σκάφος, διότι ήταν το σπίτι μου και είναι διαφορετικά όταν χρησιμοποιείς ένα πλεούμενο κάθε μέρα, όλη μέρα’’.

Με την  αγαπημένη του, Έμιλι Λαγουνάρη

Το 2010 ο Βαφειάς καθόταν στο κατάστρωμα του Feadship στις Σπέτσες, όταν πέρασε ένα πανέμορφο σούπερ γιοτ. Το σχήμα του έμοιαζε οικείο, με πολύ ξεχωριστές γραμμές. Ο Βαφειάς συνειδητοποίησε ότι ήταν το ‘‘Southern Cross III’’, το κλασικό σχήμα που είχε δημιουργήσει το 1986 ο Jon Bannenberg. Ηταν ένα σκάφος που ο Χάρης ανέκαθεν θαύμαζε. ‘‘Δεν πίστευα ότι ήταν μια θαλαμηγός που είχε ναυπηγηθεί στο τέλος της δεκαετίας του ’80. Αν δεν το ήξερα, θα έλεγα ότι είχε φτιαχτεί στα 90s ή στην αρχή του 2000, τόσο φουτουριστικό ήταν’’. Το γιοτ είχε πωλητήριο, αλλά ήταν νοικιασμένο και ο Βαφειάς δεν έλαβε άδεια επιβίβασης. Οταν τελικά του επετράπη να ανέβει, στην Τζένοα δύο χρόνια αργότερα, ο Χάρης το αγόρασε. Είχε μόλις αρραβωνιαστεί και η γαμήλια δεξίωση είχε προγραμματιστεί να γίνει στο ‘‘X’’, όταν όμως το ‘‘Southern Cross III’’ ελλιμενίστηκε στην Ελλάδα, ο Βαφειάς τύπωσε από την αρχή καινούρια προσκλητήρια με αλλαγμένο το χώρο της βεγγέρας. Θα γινόταν στο ‘‘Emihar Chios’’, όπως βαφτίστηκε το νέο σκάφος. Ετσι, το καλοκαίρι του 2013 ο Χάρης Βαφειάς βρέθηκε με δύο σούπερ γιοτ στη διάθεσή του, και τα δύο στην Ελλάδα. ‘‘Το περασμένο Πάσχα έκανα μια 10ήμερη κρουαζιέρα με το Emihar Chios και τον Ιούνιο πήρα το X για μερικά Σαββατοκύριακα. Αργότερα, χρησιμοποίησα το Emihar Chios για τις κανονικές μου διακοπές τον Ιούλιο και τον Αύγουστο. Τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο έκανα μόνο κάποια μικρά ταξίδια με το X’’. Αναρωτήθηκα αν σκόπευε να μεταφέρει κάποιο από τα δύο σκάφη αλλού, ενδεχομένως στην Καραϊβική. ‘‘Οχι, επειδή, πρώτον, έχω μόνο ένα πλήρωμα και, δεύτερον, από τον Σεπτέμβριο και μετά δεν μπορώ να πάρω άδεια. Ετσι, έχω τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσω το σκάφος μόνο για τα τριήμερα. Το να το στείλω στην άλλη άκρη του κόσμου και να το χρησιμοποιώ για δύο ή τρεις εβδομάδες τον χρόνο δεν έχει νόημα. Θα με συνέφερε περισσότερο να νοικιάζω κάποιο σκάφος επιτόπου. Εξάλλου, για τις χειμερινές διακοπές προτιμώ το βουνό και το χιόνι. Είμαι παραδοσιακός τύπος’’.   

‘‘Κρουαζιέρα’’ για τον Χάρη Βαφειά σημαίνει καλοκαιρινή κρουαζιέρα διαρκείας στο Αιγαίο και το Ιόνιο. ‘‘Πάντοτε πηγαίνω στη Χίο, τη γενέτειρα του παππού μου, και είμαι πολύ υπερήφανος γι’ αυτό. Μου αρέσει να πηγαίνω εκεί για τουλάχιστον ένα 10ημερο το καλοκαίρι, να βλέπω μακρινούς συγγενείς, να βλέπω το χωριό’’. Ο Βαφειάς έχει ανακαινίσει το παλιό οικογενειακό σπίτι και ο πατέρας του έκανε μια δωρεά υπέρ της αναστήλωσης μιας εκκλησίας του 13ου αιώνα. ‘‘Για να γίνει σωστά η φιλανθρωπία, χρειάζεται χρόνο’’, προσθέτει. ‘‘Ετσι, εφόσον ο πατέρας μου έχει περισσότερο ελεύθερο χρόνο, έχει αναλάβει αυτός τις κοινωφελείς δραστηριότητες της οικογένειας’’. Το χωριό του Αγίου Γεωργίου Συκούση έχει ξεχωριστή σημασία για τους Βαφειάδες παρά την απόσταση που έχουν διανύσει στο μεταξύ μακριά του. ‘‘Μου θυμίζει εμένα μαζί με τον παππού μου’’, λέει ο Χάρης. ‘‘Τον έχασα πολύ νωρίς, όταν ήμουν 16 ετών, και έτσι μου λείπει. Ηταν ο ήρωάς μου. Εχω πάρει το όνομά του και στεναχωριέμαι που δεν είναι εδώ να δει τι έχω καταφέρει, να νιώσει περήφανος για μένα - ελπίζω ότι έτσι θα ένιωθε...’’ Δύσκολα θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς κάτι διαφορετικό».

newmoney.gr