Αγοράζουμε υπερβολικά μεγάλες ποσότητες τροφίμων, σχεδιάζουμε λάθος τις αγορές μας, υποκύπτουμε στη γοητεία της καλής εικόνας και εμφάνισης των τροφίμων, σε διαφημιστικές εκστρατείες «αγόρασε τρία, πλήρωσε δύο». Αποτέλεσμα; Κάθε χρόνο χάνονται από την παραγωγή στη διάθεση ή πετιούνται ως απορρίμματα 1,3 δισεκατομμύρια μετρικοί τόνοι τροφίμων, το ένα τρίτο της ετήσιας παγκόσμιας παραγωγής, τη στιγμή που 925 εκατομμύρια συνάνθρωποί μας λιμοκτονούν και ο υποσιτισμός παίζει ρόλο στους μισούς, τουλάχιστον, από τα 10,9 εκατομμύρια θανάτους παιδιών κάθε χρόνο.

Αυτά διαπιστώνονται σε έρευνα την οποία παρήγγειλε ο Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας του ΟΗΕ (FAO) στο Σουηδικό Ινστιτούτο Τροφίμων και Βιοτεχνολογίας. Τα συμπεράσματα θα παρουσιαστούν στο διήμερο διεθνές συνέδριο «Εξοικονομείστε Τρόφιμα!», που ξεκινά τη Δευτέρα στο Ντίσελντορφ, στη Γερμανία, στο πλαίσιο της εμπορικής έκθεσης της διεθνούς βιομηχανίας συσκευασίας Interpack 2011.

Η αφύπνιση του κοινού στην απώλεια και σπατάλη τροφίμων και της επίπτωσης τους στη φτώχεια και την πείνα στον πλανήτη, αλλά και στην αλλαγή του κλίματος και τους φυσικούς πόρους, είναι ο στόχος του συνεδρίου. Για το σκοπό αυτό ο FAO παρήγγειλε στο Σουηδικό Ινστιτούτο να διεξάγει δύο έρευνες για την έκταση και τις επιπτώσεις, τα αίτια και την πρόληψη της απώλειας και σπατάλης: την πρώτη, για τις χώρες υψηλού και μεσαίου εισοδήματος και τη δεύτερη, για τις χώρες χαμηλού εισοδήματος. Άλλο «απώλεια τροφίμων» και άλλο «σπατάλη τροφίμων», λέει η τελική έκθεση.

Απώλειες τροφίμων έχουμε συνήθως στις αναπτυσσόμενες χώρες, λόγω ανεπαρκούς υποδομής, χαμηλών επιπέδων τεχνολογίας, χαμηλών επενδύσεων στα συστήματα παραγωγής τροφίμων. Στις αναπτυσσόμενες χώρες, το 40% της απώλειας τροφίμων συμβαίνει στο στάδιο μετά την εσοδεία και στο στάδιο της επεξεργασίας, ενώ στις αναπτυγμένες χώρες πάνω από το 40% των τροφίμων χάνεται στο στάδιο της λιανικής πώλησης και στο στάδιο της κατανάλωσης.

Αντιθέτως, η σπατάλη τροφίμων είναι πιο συνήθης στις βιομηχανικά αναπτυγμένες χώρες και οφείλεται στο ότι οι λιανοπωλητές και οι καταναλωτές πετούν στα σκουπίδια φαγώσιμα τα οποία μπορούν να καταναλωθούν. Σε 95 έως 115 κιλά το χρόνο ανέρχεται στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική η κατά κεφαλήν σπατάλη τροφίμων, ενώ οι καταναλωτές στην υποσαχάρια Αφρική και τη νοτιοανατολική Ασία πετούν μόνον 6 έως 11 κιλά το χρόνο. Η έκθεση δεν περιορίζεται σε διαπιστώσεις. Προχωρά σε διάφορες πρακτικές προτάσεις για το πώς μπορούμε να περιορίσουμε τόσο την απώλεια όσο και τη σπατάλη.

Στις αναπτυσσόμενες χώρες μπορεί να ενισχυθεί η αλυσίδα τροφοδοσίας τροφίμων με το να υποβοηθηθούν οι μικροί αγρότες για να συνδεθούν απευθείας με τους αγοραστές. Οι συντάκτες της έκθεσης συνιστούν επίσης μεγαλύτερες επενδύσεις τόσο από τον ιδιωτικό όσο και το δημόσιο τομέα στις υποδομές, τη μεταφορά την επεξεργασία και τη συσκευασία.

Στη συμπεριφορά των καταναλωτών και την έλλειψη επικοινωνίας μεταξύ των διαφόρων παικτών στην αλυσίδα τροφοδοσίας τροφίμων οφείλεται η απώλεια και η σπατάλη στις χώρες μεσαίου και υψηλού εισοδήματος. «Πιθανώς, ένας από τους πιο σημαντικούς λόγους για τη σπατάλη τροφίμων στο στάδιο της κατανάλωσης, στις πλούσιες χώρες, είναι ότι οι άνθρωποι έχουν την οικονομική άνεση να σπαταλούν», τονίζεται στην έκθεση.

Στο στάδιο της λιανικής πώλησης, σπαταλούμε μεγάλες ποσότητες, λόγω των ποιοτικών κριτηρίων που δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στην εμφάνιση και εικόνα των τροφίμων (η έντονα κόκκινη ντομάτα, το σαν «καλογυαλισμένο» πεντακάθαρο. Οι ερευνητές επισύρουν, ωστόσο, την προσοχή σε σφυγμομετρήσεις που δείχνουν ότι οι καταναλωτές είναι έτοιμοι να αγοράσουν τρόφιμα που δεν ικανοποιούν τα πρότυπα εμφάνισης και εικόνας, αν τα τρόφιμα αυτά είναι ασφαλή και εύγευστα. Οι τελικοί καταναλωτές είναι σε θέση να επηρεάσουν τα ποιοτικά κριτήρια και πρέπει να το κάνουν, προτρέπουν οι ερευνητές που συνέταξαν την έκθεση. Προτείνουν να πωλούνται τα αγροτικά προϊόντα κοντύτερα στους καταναλωτές, σε λαϊκές αγορές ή σε καταστήματα αγροτικών προϊόντων.

Πρέπει να βρεθούν καλές χρήσεις για τα τρόφιμα που στην αντίθετη περίπτωση θα τα πετούσαν. «Εμπορικές ή φιλανθρωπικές οργανώσεις μπορούν να συνεργαστούν με λιανοπωλητές για να συγκεντρώσουν και στη συνέχεια να πωλήσουν ή να χρησιμοποιήσουν προϊόντα τα οποία έχουν πεταχτεί αλλά τα οποία, από σκοπιάς ασφάλειας, γεύσης και διατροφικής αξίας, είναι καλά», υπογραμμίζεται στην έκθεση.

Συχνά, στις πλούσιες χώρες, οι καταναλωτές εν γένει ενθαρρύνονται να αγοράζουν περισσότερα τρόφιμα από όσα χρειάζονται. Εκστρατείες προώθησης του τύπου «αγόρασε τρία, πλήρωσε δύο» ή τα πλούσια, έτοιμα γεύματα που παράγει η βιομηχανία τροφίμων είναι τυπικά παραδείγματα «παγίδευσης» των καταναλωτών. Πολλά εστιατόρια προσφέρουν συχνά μπουφέ με καθορισμένη τιμή και προτρέπουν τους πελάτες να παραγεμίσουν τα πιάτα τους.

Ταυτόχρονα, οι καταναλωτές στις πλούσιες χώρες δεν καταφέρουν να προγραμματίσουν σωστά τις αγορές τους, διαπιστώνουν οι συντάκτες της έκθεσης. Αυτό σημαίνει ότι πετάνε στα σκουπίδια τρόφιμα πριν την ημερομηνία λήξης τους. Πιθανά σημεία εκκίνησης για την αλλαγή των συνηθειών των καταναλωτών είναι η εκπαίδευση στα σχολεία και οι πολιτικές πρωτοβουλίες, προτείνουν οι ερευνητές και τονίζουν ότι «οι καταναλωτές στις πλούσιες χώρες πρέπει να διδαχθούν ότι είναι απαράδεκτο να πετάς τρόφιμα στα σκουπίδια, χωρίς λόγο».

«Πρέπει, επίσης, να αποκτήσουν συνείδηση ότι, δεδομένης της περιορισμένης διαθεσιμότητας των φυσικών πόρων, είναι πιο αποτελεσματικό να περιορίζεις την απώλεια από το να αυξάνεις την παραγωγή των τροφίμων για να θρέψεις έναν παγκόσμιο πληθυσμό που ολοένα αυξάνεται», καταλήγουν.

ΑΠΕ-ΜΠΕ