Στις 23 του περασμένου Ιανουαρίου, η ομάδα επί των ενδοομιλικών συναλλαγών του ΟΟΣΑ, που έχει αναλάβει να καταθέσει νέες προτάσεις ώς το τέλος του 2015 για τη φορολογική τους αντιμετώπιση, δημοσίευσε την πρόοδο των εργασιών της. Στην παρουσίαση, οι ειδικοί του Οργανισμού σημείωσαν ότι στην πλειονότητα των περιπτώσεων η μεταβίβαση κερδών από τις πολυεθνικές και η συνεπακόλουθη διάβρωση της φορολογικής βάσης είναι νόμιμες.

«Αν οι κυβερνήσεις δεν είναι ικανοποιημένες με τα αποτελέσματα, πρέπει να αλλάξουν τους κανόνες», είπαν χαρακτηριστικά. Στην πράξη, ωστόσο, η αλλαγή αυτή είναι μια εξαιρετικά σύνθετη υπόθεση.

Η μεταβίβαση κερδών μέσω ενδοομιλικών συναλλαγών είναι η κύρια μορφή (νόμιμης) φοροαποφυγής. Η οργάνωση Global Financial Integrity έχει υπολογίσει ότι 50-60% του διεθνούς εμπόριου συνίσταται σε συναλλαγές μεταξύ εταιρειών που ανήκουν στους ίδιους επιχειρηματικούς ομίλους. Σε ανεπτυγμένες και αναπτυσσόμενες χώρες, οι φορολογικοί ελιγμοί των πολυεθνικών περιορίζουν τους φόρους που καταβάλλουν σε πενιχρά επίπεδα, αφήνοντας τα δημόσια ταμεία χωρίς έσοδα και υποχρεώνοντας τις κυβερνήσεις είτε να μειώνουν δαπάνες είτε να φορολογούν αυτούς που δεν μπορούν να ξεφύγουν. Στις φτωχότερες οικονομίες, οι συνέπειες της «κρίσιμης υποχρηματοδότησης των δημόσιων επενδύσεων» (όπως το θέτει ο ΟΟΣΑ) που προκύπτει είναι ιδιαίτερα σφοδρές.
Ορόσημο η Lehman Brothers

Η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση που ακολούθησε την πτώχευση της Lehman Brothers, το 2008, έφερε με πάταγο στο προσκήνιο το ζήτημα της εταιρικής φοροαποφυγής και των φορολογικών παραδείσων. Στην ιστορική δεύτερη συνάντηση του G20 στο Λονδίνο το 2009, οι μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη εξέφρασαν την ισχυρή τους βούληση να συνεργαστούν ώστε να τεθεί υπό έλεγχο το φαινόμενο, το οποίο σε συνθήκες λιτότητας και υψηλής ανεργίας δημιουργούσε γόνιμο έδαφος για κοινωνικές αναταραχές. Σε ρητορικό τουλάχιστον επίπεδο, η βούληση αυτή παραμένει ισχυρή: στο ανακοινωθέν της Αγίας Πετρούπολης τον περασμένο Σεπτέμβριο, το G20 δήλωσε εκ νέου ότι «η διασυνοριακή φοροδιαφυγή και φοροαποφυγή υπονομεύουν τα δημόσια οικονομικά μας και την εμπιστοσύνη των λαών μας στη δικαιοσύνη του φορολογικού συστήματος» και ότι θα ληφθούν μέτρα για τον περιορισμό τους.

Η χαίνουσα πληγή των ενδοομιλικών συναλλαγών έχει αποτελέσει αντικείμενο ιδιαίτερου ενδιαφέροντος. Ο ΟΟΣΑ παρουσίασε τον περασμένο Ιούλιο το πολυαναμενόμενο σχέδιο δράσης του για τη διάβρωση της φορολογικής βάσης και τη μεταβίβαση κερδών (BEPS Action Plan). Οι βασικές προτάσεις του ΟΟΣΑ αφορούσαν την ανανέωση της διεθνούς φορολογικής νομοθεσίας ώστε να μπορεί να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις της ψηφιακής οικονομίας, την καταπολέμηση της διπλής μη φορολόγησης ή της μακροπρόθεσμης αναβολής φορολογικών υποχρεώσεων των υβριδικών νομικών προσώπων, την αυστηροποίηση του καθεστώτος φορολόγησης και εκπτώσεων που σχετίζονται με ελεγχόμενες αλλοδαπές εταιρείες, μέτρα κατά της κατάχρησης φορολογικών συνθηκών και μια σειρά άλλων δράσεων.


Η αρχή των ίσων αποστάσεων

Στην καρδιά της στρατηγικής του ΟΟΣΑ για την καταπολέμηση της εταιρικής φοροαποφυγής βρίσκεται η αρχή των ίσων αποστάσεων (arm’s length principle), που ορίζει ότι οι συναλλαγές μεταξύ εταιρειών που ανήκουν στον ίδιο όμιλο πρέπει να διεξάγονται σαν οι εταιρείες να είναι ιδιοκτησιακά ασύνδετες. Επικριτές της αρχής των ίσων αποστάσεων τη χαρακτηρίζουν άστοχη, καθώς στην πραγματικότητα οι ενδοομιλικές συναλλαγές διαφέρουν ουσιωδώς από τις συναλλαγές μεταξύ ιδιοκτησιακά ασύνδετων εταιρειών. Επιπλέον, την κρίνουν ιδιαίτερα σύνθετη στην εφαρμογή, σε περιπτώσεις στις οποίες δεν είναι σαφές πού δημιουργείται η αξία η οποία πρέπει να φορολογηθεί ή στις οποίες τα υπό εξέταση προϊόντα δεν έχουν χρηματιστηριακή αξία που να μπορεί να αποτελέσει ασφαλή βάση συγκρίσεων.

«Η αρχή των ίσων αποστάσεων λειτουργεί πολύ καλά σε πολλές περιπτώσεις», απαντά ο Τζο Αντρους, επικεφαλής της μονάδας ενδοομιλικών συναλλαγών του ΟΟΣΑ. Οπως παραδέχεται όμως, «υπό κάποιες συνθήκες η απουσία δημόσιων δεδομένων για συγκρίσιμες, μη ελεγχόμενες συναλλαγές καθιστά τη θέσπιση κανόνων για τις ενδοομιλικές συναλλαγές πιο δύσκολη. Στις εργασίες που επιτελούν επί του παρόντος για τη διάβρωση της φορολογικής βάσης και τη μεταβίβαση κερδών, ο ΟΟΣΑ και οι χώρες του G20 αναζητούν συναινετικές προσεγγίσεις προς εφαρμογή σε τέτοιες περιπτώσεις».

Εν τω μεταξύ, ωστόσο, ακτιβιστές σε θέματα φορολογίας προωθούν την εξάπλωση της νομικής υποχρέωσης της αναφοράς ανά χώρα (country-by-country reporting): να γνωστοποιούν δηλαδή οι πολυεθνικές για κάθε θυγατρική τους την τοποθεσία όπου έχει την έδρα της, τις οικονομικές της επιδόσεις και τους φόρους που καταβάλλει. Ηδη, η Ε.Ε. και οι ΗΠΑ υποχρεώνουν εταιρείες με εξορυκτικές δραστηριότητες να φανερώνουν τι φόρους πληρώνουν σε κάθε χώρα όπου έχουν παρουσία. «Το σχέδιο δράσης του ΟΟΣΑ προωθεί την ανάπτυξη ενός κοινού προτύπου για την αναφορά ανά χώρα, που οι χώρες του ΟΟΣΑ θεωρούν ότι μπορεί να αποτελέσει χρήσιμο εργαλείο. Ως οργανισμός, δεν έχουμε ταχθεί υπέρ της δημόσιας διάθεσης τέτοιων δεδομένων», δηλώνει ο κ. Αντρους.


Το χάος με τις μεγάλες εταιρείες του Διαδικτύου

Στο ούτως ή άλλως νεφελώδες τοπίο των ενδοομιλικών συναλλαγών, ιδιαίτερους πονοκεφάλους στις κυβερνήσεις προκαλεί ο «φορολογικός σχεδιασμός» (όπως μάλλον ευφημιστικά αποκαλείται) των εταιρειών του Διαδικτύου. Εκεί είναι που φαίνεται πιο γλαφυρά το πόσο απαρχαιωμένο είναι το φορολογικό πλαίσιο για τις πολυεθνικές εταιρείες, το οποίο κολοσσοί της ψηφιακής οικονομίας όπως η Google, η Amazon, η Apple, η Facebook και η Microsoft εκμεταλλεύονται στο έπακρο για να περιορίσουν –με τρόπο νόμιμο, αν όχι ιδιαίτερα ηθικό– τις φορολογικές τους υποχρεώσεις σε προκλητικά χαμηλά επίπεδα.

Σύμφωνα με την Greenwich Consulting, για παράδειγμα, οι πέντε αυτές εταιρείες συνεισέφεραν 37,5 εκατ. ευρώ στα δημόσια έσοδα του γαλλικού κράτους το 2011, έναντι 829 εκατομμυρίων που θα πλήρωναν αν φορολογούνταν με βάση τους συντελεστές του γαλλικού φορολογικού συστήματος.

«Η ψηφιακή οικονομία ασκεί σημαντικές πιέσεις σε ορισμένες πτυχές του διεθνούς φορολογικού συστήματος. Η δουλειά που γίνεται στον τομέα της διάβρωσης της φορολογικής βάσης και της μεταβίβασης κερδών θα περιλάβει μία ειδική έκθεση για τα ζητήματα που προκύπτουν, η οποία θα λάβει την οριστική της μορφή αυτό το καλοκαίρι», δηλώνει ο κ. Αντρους.

Οι δυσκολίες είναι πολλές. Οπως σημειώνεται στο σχέδιο δράσης του ΟΟΣΑ και αλλού, υπάρχουν εταιρείες με εκτεταμένη ψηφιακή παρουσία σε μια χώρα, όπου λόγω ανεπαρκούς νομικού πλαισίου δεν φορολογούνται από αυτήν. Υπάρχουν επίσης ζητήματα σχετικά με την τοποθεσία όπου θα φορολογούνται τα έσοδα που προκύπτουν από τα πνευματικά δικαιώματα των καινοτομιών των εταιρειών αυτών, σχετικά με τα έσοδα από τη χρήση των προσωπικών δεδομένων χρηστών του Διαδικτύου για διαφημιστικούς σκοπούς, τον χαρακτηρισμό του εισοδήματος από νέα επιχειρηματικά μοντέλα, την είσπραξη ΦΠΑ στη διασυνοριακή παροχή ψηφιακών υπηρεσιών κ.ο.κ.


Πώς αντιδρούν οι εταιρείες


Τα μεγάλα ψάρια του διαδικτυακού ωκεανού, φυσικά, δεν πρόκειται να εγκαταλείψουν τα φορολογικά τους προνόμια χωρίς να δώσουν μάχη. Ενόψει της παρουσίασης του Ιανουαρίου για τις ενδοομιλικές συναλλαγές, ο ΟΟΣΑ κάλεσε τα ενδιαφερόμενα μέρη να αποστείλουν τα σχόλιά τους σχετικά με τις «φορολογικές προκλήσεις» –στα αγγλικά ο όρος («challenges») δεν είναι αμφίσημος όπως είναι στα ελληνικά– της ψηφιακής οικονομίας.

Μεταξύ των οργανώσεων, ομοσπονδιών και δικηγορικών γραφείων που κατέθεσαν τις απόψεις τους ήταν και μία σκιώδης ομάδα ονόματι Digital Economy Group.

Τα μέλη της συγκεκριμένης οργάνωσης δεν έχουν δημοσιοποιηθεί. Στα σχόλιά της, συστήνεται ως «ένας άτυπος συνασπισμός κορυφαίων αμερικανικών και μη αμερικανικών εταιρειών που δραστηριοποιούνται στους κλάδους του λογισμικού, της πληροφόρησης/περιεχομένου, της κοινωνικής δικτύωσης και του ηλεκτρονικού εμπορίου που παράγουν αγαθά και υπηρεσίες μέσω ψηφιακών και μη ψηφιακών μέσων». Σύμφωνα με τον Guardian, μέλη της DEG είναι οι περισσότεροι μεγάλοι παίκτες της Σίλικον Βάλεϊ, ενώ η συνεισφορά της στη διαβούλευση υπογράφεται από τρεις δικηγόρους της Baker & McKenzie, μία εκ των οποίων μεταπήδησε στο φημισμένο δικηγορικό γραφείο από τον ΟΟΣΑ, όπου ήταν από τις κορυφαίες ειδικούς στη φορολόγηση διαδικτυακών
εταιρειών.

Μεταξύ άλλων, στη 15σέλιδη παρέμβασή του το DEG σημειώνει ότι «επιχειρήσεις με καθιερωμένα επιχειρηματικά μοντέλα, που υπόκεινται στους διεθνείς φορολογικούς κανόνες, δεν πρέπει να τεθούν υπό διαφορετικούς κανόνες επειδή έχουν υιοθετήσει πιο αποδοτικά μέσα λειτουργίας». Επιπλέον, χαρακτηρίζει τους νέους κανόνες της Ευρωπαϊκής Ενωσης για την επιβολή ΦΠΑ σε διασυνοριακές δικτυακές υπηρεσίες που δημιουργούν «σημαντική επιβάρυνση» στις εταιρείες που παρέχουν αυτές τις υπηρεσίες.


Διαμάχη ΗΠΑ – Ευρώπης


Η οργάνωση αφιερώνει το ένα δέκατο, περίπου, της παρέμβασής της στην υποστήριξη του επιχειρήματος ότι οι ΗΠΑ δεν είναι η κυρίαρχη δύναμη στον κλάδο των ψηφιακών–διαδικτυακών εταιρειών. Ωστόσο, με τους πέντε προαναφερθέντες γίγαντες να είναι όλοι αμερικανικής προέλευσης, ένα από τα βασικά εμπόδια στη σύναψη μιας ουσιώδους συμφωνίας για τις ενδοομιλικές συναλλαγές στην ψηφιακή οικονομία θεωρείται ότι θα είναι η αντιπαράθεση ΗΠΑ–Ευρώπης: τα μέτρα που θα προωθούν οι ευρωπαϊκές χώρες για να αυξήσουν τα έσοδά τους από την Google και τους ανταγωνιστές της θα τύχουν πιθανότατα της αντίδρασης της Ουάσιγκτον, που δεν επιθυμεί να αμβλύνει τα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα των διαδικτυακών της πρωταθλητών.


Η πρόταση του ΟΟΣΑ για διεθνή έλεγχο

Το περασμένο Σαββατοκύριακο, σε ένα νέο σημαντικό βήμα στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και της φοροαποφυγής, οι υπουργοί Οικονομικών του G20 συναντήθηκαν στο Σίδνεϊ της Αυστραλίας και ενέκριναν το νέο ενιαίο παγκόσμιο πρότυπο για την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ φορολογικών αρχών που παρουσίασε ο ΟΟΣΑ στις 13 Φεβρουαρίου. Το νέο πρότυπο καλεί τις Αρχές όλων των χωρών να συγκεντρώσουν συγκεκριμένες κατηγορίες πληροφοριών (ιδιοκτησίας εταιρείων, λογιστικών και τραπεζικών στοιχείων) και να τις παρέχουν στις υπόλοιπες φορολογικές αρχές όταν τους ζητείται. Ο επικεφαλής του ΟΟΣΑ Ανχελ Γκουρία μίλησε για εξέλιξη που «αλλάζει τα δεδομένα» και διευκολύνει τις κυβερνήσεις στην προσπάθειά τους «να καταπολεμήσουν τη φοροδιαφυγή». Ηδη περισσότερες από 40 χώρες έχουν δεσμευτεί να υιοθετήσουν το νέο πρότυπο, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα. Το G20 έχει ορίσει το Παγκόσμιο Φόρουμ για τη Διαφάνεια και την Ανταλλαγή Πληροφοριών για Φορολογικούς Σκοπούς ως επόπτη της εφαρμογής του νέου προτύπου. Το Φόρουμ, που υπάγεται στον ΟΟΣΑ και στο οποίο συμμετέχουν 121 χώρες, αναβαθμίστηκε ριζικά το 2009 με σκοπό να προωθήσει τη διαφάνεια στη φορολογία διεθνώς. Η Μόνικα Μπάτια, επικεφαλής του Φόρουμ, εξηγεί στην «Κ» το έργο του στην αξιολόγηση των χωρών-μελών με βάση το πρότυπο για την ανταλλαγή πληροφοριών: «Οι τέσσερις βαθμίδες είναι “συμμόρφωση”, “κατά κύριο λόγο συμμόρφωση”, “μερική συμμόρφωση” και “μη συμμόρφωση”. Τον περασμένο Νοέμβριο δημοσιοποιήσαμε τα αποτελέσματα 50 χωρών. Τέσσερις χώρες αξιολογήθηκαν ως μη συμμορφούμενες – η Κύπρος, το Λουξεμβούργο, οι Βρετανικές Παρθένοι Νήσοι και οι Σεϋχέλλες». Η Ελλάδα συνολικά χαρακτηρίστηκε κατά κύριο λόγο συμμορφούμενη.

kathimerini.gr