«Πάντα μέσα από ένα διάτρητο παρόν, ο θάνατος πλήττει το μέλλον, όχι το παρελθόν.» Nαι, αυτή είναι μόνο μία φράση από το κατακλυσμικό “Ζώντες και Τεθνεώτες” του Κωστή Παπαγιώργη, πίσω στο 1991.

Σήμερα, αχάραγα η πυκνή, διαμπερής σαν τραύμα γραφή του, βάρυνε ξαφνικά, καθώς η είδηση για το θάνατό του άρχισε να γίνεται γνωστός.

Και μαζί ένας λυγμός σηκώθηκε εκεί που γράφει σήμερα η νέα αγορά, στα social media, στα sms που έφταναν στα κινητά φίλων, στις πρώτες μουδιασμένες αναρτήσεις στο διαδίκτυο για την είδηση του θανάτου του διανοούμενου, συγγραφέα, αρθρογράφου, ρέκτη του νοήματος,  άοκνου εργάτη των κειμένων, μεθοδικού βιωματικού στοχαστή στίχων και ρυθμών που ανακάλυψε σε μπουζούκια και δίσκους λαϊκούς.

Η είδηση για το θάνατο του Κωστή Παπαγιώργη στη διαδικτυακή κοινότητα, σαν κηδειόσημο στην κολώνα προσπαθεί να συμπυκνώσει την απώλεια μέσα από ένα όνομα, δυο τρία βιογραφικά στοιχεία, μια ηλικία – ναι μόνο 67 χρονών. Εδινε μάχη με τον καρκίνο, ναι, έκανε ένα κρίσιμο χειρουργείο στην αρχή του Φεβρουαρίου. Φίλοι, γνωστοί, θαυμαστές των κειμένων του ψιθύριζαν «ο Κωστής δεν είναι καλά» αλλά σαν πληροφορία, αρνούμενοι να δουν τι μπορεί να βρίσκεται πίσω από αυτό.

Να συνειδητοποιήσουμε πως φεύγει ένας άνθρωπος που έχει γράψει σαν γίγαντας, έχει σκάψει το χαρτί με τα χέρια του, έχει μιλήσει για όσα δαιμονικά μας τριβέλιζαν. Η ζωή στο δρόμο εκεί έξω, ποδόσφαιρο, πολιτική, ιστορία, κοινωνική συμπεριφορά, αλήθειες που δεν έμεινα μυστικά.

Ο Κωστής Παπαγιώργης ήταν ένας διανοούμενος. Πυκνά νοήματα, γνώση που έφτανε στις απαρχές της δημιουργίας, άποψη λεπίδι, προσωπική στάση, διατρέχουν τα κείμενά του. Ενας διανοούμενος που δεν αγαπούσε την έκθεση, τη βόλτα στην αγορά των αναγνωρίσιμων σοφών. Προτιμούσε το σπίτι του, λίγους φίλους όπως τους ήθελε, τα θρυλικά μπουζούκια που αγάπησε και κατάλαβε όπως ο ποιητής Γιάννης Βαρβέρης (όπως σχολίασε ο δημοσιογράφος Δημήτρης Μανιάτης για την απώλεια του Παπαγιώργη).

«Ο Κωστής δεν είναι καλά». Πέντε λέξεις που τους τελευταίους μήνες σφυριχτά έλεγαν οι φίλοι, η πιάτσα, οι μυημένοι, βιαστικά λίγο πριν σηκώσουν το ποτήρι να πιούν μια γουλιά καφέ. Δεν είναι ότι θα τους έλειπε η συνήθεια της παρέας του, ζούσε μάλλον απομονωμένος και προσέφερε τον στιλπνό σαρκασμό του και την αδούλωτη στάση του με συνέπεια από τα κείμενά του.

Ένα από τα τελευταία του κείμενα, ίσως και το τελευταίο δημοσιεύθηκε στις 24 Ιανουαρίου του 2014 στο Protagon με τον τίτλο Πρώην και απεύθυνση σε κάθε τι που εκφράζουν οι Νεοέλληνες, σήμερα, τώρα. «Μπορεί κανείς να φανταστεί μια λέσχη απροσδιόριστων ορίων που να απαρτίζεται από διάφορους πρώην: θεωρητικοί που τώρα πια γιατρεύονται με τη σιωπή καθότι πια ξέρουν ότι γνώρισμα της ειλικρίνειας είναι η αυτοκαταγγελία. Άνθρωποι του πάθους που τώρα λυπούνται το οξυγόνο που ξόδεψαν κυνηγώντας ίσκιους. Πρώην μεγάλους εραστές και ερωμένες. Πρώην συγγραφείς που τώρα πια έχουν ως ύφος τον σεβασμό της λευκής σελίδας. Μέσα σε μια παρόμοια λέσχη με ραγισμένες καρδιές και ψαλιδισμένες γλώσσες, ενδέχεται να βρει κανείς τους φίλους του.»

Λίγοι ήταν αυτοί λοιπόν που μπόρεσαν να δουν πίσω από τη γραφή, να γνωρίσουν τον Κωστή Παπαγιώργη.

 Το βιογραφικό του κυκλοφορεί από το πρωί. Μαθαίνουμε πως ο σπάνιος δοκιμιογράφος, συγγραφέας, αρθρογράφος που γράφοντας επιδιδόταν σε μια συνεχή άσκηση αυτοβιογραφίας γεννήθηκε το 1947 στο Nεοχώρι Yπάτης. Εζησε στην Παραλία της Κύμης, μετά στο χλοερό Χαλάνδρι πριν κατέβει εκεί που έμοιαζε να βρίσκεται ο φυσικός χώρος της ερμητικής, στοχαστικής, πυκνής γραφής του: στις παρυφές των Εξαρχείων, στην περιοχή του Μουσείου όπου η αίγλη συνυπάρχει με τη σύγχρονη καταρράκωση. Μαζί πάντα η  σύζυγος του  Ράνια.

Ακόμα και οι σπουδές του δείχνουν πως ήταν ένας περίπλοκος άνθρωπος που ήθελε να ξεβολεύεται. Ξεκίνησε να σπουδάσει νομική, έφυγε για το Παρίσι για να σπουδάσει φιλοσοφία – δεν ολοκλήρωσε κανένα κύκλο σπουδών. Αλλωστε η προσωπική του «ύλη ανάγνωσης και εξέτασης» ήταν ανεξάντλητη και πιο σύνθετη από κάθε μεθοδική πανεπιστημιακή διδασκαλία. Εφτασε κάποια στιγμή να αρνηθεί τους σύγχρονους στοχαστές – κάπου είχε γράψει πως όταν μια μέρα σήκωσε το ακουστικό του τηλεφώνου και άκουσε από την άλλη άκρη της γραμμής έναν Γάλλο να του λέει «Καλημέρα, ονομάζομαι Ντεριντά» απλώς του έκλεισε το τηλέφωνο. Ποιος ξέρει ίσως να ήταν ώρα που άρχιζε ένα αγώνας του αγαπημένου του Παναθηναϊκού – δεν θα θυσίαζε λίγα λεπτά αγώνα για μια συνομιλία με τον Ντεριντά.

Τη Δευτέρα, στις 4 στο νεκροταφείο Χαλανδρίου θα γίνει η κηδεία του. «Μελλοντικός νεκρός ο καθένας μας, κυκλοφορεί ανάμεσα σε τωρινούς και αβοήθητους νεκρούς» έγραφε στο Ζώντες και Τεθνεώντες. Η γραφή του ήταν ανέκαθεν αυτός ο μελλοντικός νεκρός. Αυτός που πάντα κυκλοφορεί ανάμεσα μας, αίροντας την αίσθηση της αβοήθητης θνησιμότητας. Στον αποχαιρετισμό, μεθαύριο η αποστροφή του «Όλα τα κειμενάκια που έχω κάνει έχουν πίσω τους ένα τράνταγμα – θάνατο, ζήλια, μισανθρωπιά, αλκοόλ… Σαν να τρως ένα χαστούκι και να λες: Τώρα, με βάση τον πόνο, να προλάβω να γράψω…» θα είναι παρούσα. Μαζί με το ευτυχώς. Ευτυχώς, πρόλαβε και έγραψε. Τώρα, με βάση τον πόνο να τον ξαναδιαβάσουμε…

iefimerida.gr