Τυχερή πατρίδα, ποιος άραγε θα σε σώσει από τους σωτήρες; Ποιός;

Τους τελευταίους μήνες, μπροστά στην αδιαφορία, την απάθεια, πολλές φορές και τη δυσφορία μεγάλης μερίδας των συμπολιτών μας για το πολιτικό σύστημα και τα παραδοσιακά κόμματα (ως είθισται να τα ονομάζουμε), εξελίσσεται μια ποικιλόχρωμη και ποικιλόμορφη δημιουργία μετασχηματισμών ή μεταλλάξεων πολιτικών προσώπων και πολιτικών φορέων.

Κοινό χαρακτηριστικό όλων αυτών είναι η προσπάθεια επικοινωνιακού επηρεασμού, ρηχής ή και ανύπαρκτης κοινωνικής και πολιτικής ανάλυσης ακόμα και γεωστρατηγικού προσδιορισμού της χώρας, την οποία ειρήσθω εν παρόδω υποτίθεται ότι επιθυμούν να «σώσουν».

Ακόμη περισσότερο, επιστροφή σε παλιές συντηρητικές, αρχαϊκές αντιλήψεις που πολλοί θεωρούσαμε ότι έχουν ξεπερασθεί και τις οποίες επιχειρείται μια τιτάνια προσπάθεια να εμφανίσουν ως νέες, φρέσκιες και καινοτόμες.

Πανσπερμία προτάσεων που συνιστούν έναν αχταρμά.

Για όλα έχει ο μπαχτσές ανεξαρτήτως αν ανακατεύουν τα μπρόκολα με τα καρύδια, τα λεμόνια με τις συκωταριές, τις μπανάνες με τα παϊδάκια και ό,τι άλλο απίθανο ή πιθανό που μπορεί κάποιος να φανταστεί.

Κάτω από ορισμένες συνθήκες θα μπορούσε κάποιος να ισχυρισθεί ότι αυτή η εικόνα εκφράζει κάτι φρέσκο, μια καινούργια πολιτική αφετηρία, μια νέα «πολιτική άνοιξη» ή ακόμα ότι ζούμε μια σύγχρονη έκδοση του « αφήστε όλα τα λουλούδια ν’ ανθίσουν».

Είναι όμως έτσι τα πράγματα; Αμφιβάλλω.

Το βέβαιον είναι ότι δίδεται η ευκαιρία στους πολυάριθμους πολιτικούς και κοινωνικούς επιστήμονες που διαθέτει η χώρα, μερικοί εκ των οποίων είναι και εξαιρετικοί, να επιχειρήσουν να διαβάσουν και να ερμηνεύσουν αυτά τα φαινόμενα βάζοντας πάνω στο τραπέζι της επιστημονικής βασάνου όλα τα δεδομένα.

Το βασικό δίλημμα είναι εάν αυτή η «εξέλιξη» αποτελεί προϊόν ή παράγωγο πολιτικής υγείας και διεξόδου ή απλώς ένα παραπροϊόν της κρίσης, που όμως δεν δημιουργεί ούτε γεννά ελπίδες αλλά οδηγεί σε ψευδαισθήσεις, σε κινήσεις αποσυμπίεσης και σε έναν πρωτόγονο και απλοϊκό «μεταμορφισμό».

Ας εξετάσουμε ορισμένα από τα χαρακτηριστικά αυτών των κινήσεων που πολλά, βέβαια, εξ αυτών είναι κοινά και στους υφιστάμενους παραδοσιακούς πολιτικούς φορείς.

Σχεδόν όλες κινούνται στη σφαίρα του επικοινωνιακού επηρεασμού ή και του φόβου.

Μια επικοινωνίας που στην ουσία καταργεί και τυφλώνει την κοινωνία την οποία –υποτίθεται- φιλοδοξούν να εκφράσουν αλλά και την κοινωνία του φόβου που ως νομοτέλεια της ανεξαρτήτως προθέσεων, οδηγείται στον ακραίο συντηρητισμό –άρα, σε παράδοση άνευ όρων και στασιμότητα.

Μια κοινωνία της ωραίας εικόνας, του εύκολου, γηπεδικού και εύπεπτου μη διεισδυτικού και αναλυτικού λόγου, μετατρέπεται έτσι μοιραία σε μια μη σκεπτόμενη, άρα αδρανούσα κοινωνία, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Δεν είναι υπερβολή να ισχυριστεί κανείς ότι σήμερα μετά το γλυπτό του Ροντέν ο «σκεπτόμενος» πρέπει κάποιος άλλος δημιουργός να ετοιμάσει το γλυπτό του «μη σκεπτόμενου».

Ας δούμε κάποια πράγματα, ένα προς ένα.

Σχεδόν όλες οι πρωτοβουλίες προέρχονται από πρόσωπα ή ομάδες προσώπων που είναι, κατά το κοινώς λεγόμενον, «βολεμένοι», ας πούμε είναι τμήμα αυτού που ονομάζεται «κατεστημένο».

Το παράδοξο είναι ότι από τη μια μεριά αρνούνται τα κόμματα ως συστατικό της Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας και προβάλλουν τα άτομα, και από την άλλη συγκροτούν ενώσεις και πρωτοβουλίες δήθεν ανεξάρτητων πολτών που στην ουσία είναι κόμματα.

Σαν να ετοιμάζουν, δηλαδή, μια νέα γενιά «τοξικών παραγώγων» του πολιτικομματικού χρηματιστήριου, σαν να ετοιμάζουν τις νέες φούσκες της επόμενης διετίας -άντε της επόμενης πενταετίας.

Αντί, λοιπόν, να διαμορφώνονται προτάσεις για τα υπαρκτά, πραγματικά προβλήματα ακούμε ξανά χιλιοειπωμένες διαπιστώσεις σε μια νέα συσκευασία με εκμοντερνισμένα ενσταντανέ.

Μοντέρνοι καιροί, μοντέρνες συσκευασίες, ένα βήμα εμπρός, δύο βήματα πίσω.

«Νέοι» με παλιά κοστούμια διπλής όψεως, που κουράστηκαν στην άκρη της συνεχούς κριτικής και ξαφνικά στα «ήντα» τους και βάλε αποφάσισαν να κάνουν κάτι που δεν τόλμησαν στα μικράτα τους, ας πούμε σαν προσπάθεια επαναφοράς των γεγονότων σε άλλο χρόνο προγενέστερο, να ντυθούν ξαφνικά σε προσκοπάκια με κοντά παντελονάκια.

Ενώ λοιπόν η κοινωνία με τα προβλήματα της απαιτεί ενότητα δυνάμεων για κοινούς στόχους και διέξοδο από την κρίση, καλλιεργείται ένας ακραίος μικροαστισμός και ατομικισμός που στην πράξη αδυνατίζει τις δυνατότητες για κοινούς στόχους και συλλογικές προσπάθειες.

Αυτός ο ακραίος ατομικισμός, στην ουσία, αχρηστεύει δυνάμεις και αφαιρεί από την κοινωνία την ανάγκη συνολικής συλλογικής δράσης.

Έτσι, στη σύγχρονη πολιτική κοινωνία του θεάματος, θα καταναλώνουμε κάθε τρεις και λίγο την «Ωραία της πολιτικής ημέρας» για να παραφράσω τον τίτλο της γνωστής ταινίας του Λουίς Μπουνιουέλ με πρωταγωνίστρια την Κατρίν Ντενέβ και μετά… καπνός ήταν και πάει.

Με πρακτικές ταχυφαγείου, αυτοσχεδιάζουμε με σύνθημα «κάνε και συ ένα κόμμα, μπορείς», «γίνε και συ λαϊκιστής, μπορείς». Αλλά αυτός ο δρόμος στο τέλος της μέρας είναι αδιέξοδος. Δεν οδηγεί πουθενά.

Η χώρα χρειάζεται σταθερούς θεσμούς.

Η χώρα δεν χρειάζεται ένα σύνταγμα που να αλλάζει κάθε πέντε χρόνια.

Η χώρα χρειάζεται σταθερές διατάξεις του κράτους σε κεντρικό και περιφερειακό επίπεδο.

Η χώρα χρειάζεται σταθερούς, μόνιμους ισχυρούς συνεχώς ανανεούμενους κομματικούς κοινοβουλευτικούς θεσμούς που να εκφράζουν τις κρίσιμες και κύριες στρατηγικές αναφορές της κοινωνίας.

Η χώρα χρειάζεται ισχυρά θεσμικά κόμματα, φορείς πολιτικοποίησης και όχι καθοδήγησης της κοινωνίας, φορείς ενημέρωσης και διαλόγου, φορείς ανανέωσης ανοικτούς σε ιδέες σε νέα ρεύματα με διευρυμένους ορίζοντες σε όλο τον κόσμο.

Ο τόπος χρειάζεται πολίτες που να ενδιαφέρονται και να εργάζονται γ’ αυτόν.

Έναν πραγματικό πατριωτισμό σε όλους τους τομείς. Στο κράτος, στην οικονομία στους θεσμούς.

Όσο η κοινωνία σε απόγνωση αναζητά λύσεις ή απαντήσεις σε εφήμερες προτάσεις με αντιλήψεις του τύπου « είναι μόδα», τόσο η χώρα δεν θα παίρνει απαντήσεις στα προβλήματά της.

Η Ελλάδα δεν θα σωθεί με κόμματα αμοιβάδες ή με κόμματα a la carte που, τελικά, δεν είναι φορείς ανανέωσης και προοπτικής αλλά παραπροϊόντα της συνεχιζόμενης κρίσης.

Διότι στις σοβαρές χώρες τα κόμματα δεν διαλύονται εν μια νυκτί.

Έχουν ιστορία και συνέχεια.

Και επειδή πολύς λόγος γίνεται το τελευταίο διάστημα γύρω από την ανασυγκρότηση της Κεντροαριστεράς και τον θάνατο ή όχι παραδοσιακών κομμάτων, παραθέτω κάποια παραδείγματα από την Ευρώπη για να αποδείξω αυτό που έγραψα πριν.

Ότι δηλαδή στις σοβαρές χώρες τα κόμματα έχουν ιστορία και συνέχεια, αλλά και δυνατότητα να ανανεώνονται και πάντως όχι να διαλύονται.

Έχουμε και λέμε λοιπόν:

Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα της Αυστρίας. Έτος ιδρύσεως 1888.
Σοσιαλιστικό κόμμα Γαλλίας. Έτος ιδρύσεως 1969
Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα Γερμανίας. Έτος ιδρύσεως 1863.
Σοσιαλιστικό κόμμα Δανίας. Έτος ιδρύσεως 1871.
Εργατικό κόμμα Αγγλίας. Έτος ιδρύσεως 1900.
Ισπανικό σοσιαλιστικό κόμμα. Έτος ιδρύσεως 1879.
Εργατικό κόμμα Ιρλανδίας. Έτος ιδρύσεως 1912.
Εργατικό κόμμα Νορβηγίας. Έτος ιδρύσεως 1887.
Σουηδικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα. Έτος ιδρύσεως 1889.
Τσέχικο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα. Έτος ιδρύσεως 1878.
Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα Φινλανδίας. Έτος ιδρύσεως 1899.

Η χώρα, επαναλαμβάνω, χρειάζεται συγκέντρωση και ενότητα όλων των δυνάμεων, συνθέσεις, αξιοποίηση κάθε τι που εκφράζει το υγιές και κυρίως να αποδεσμεύσει τις δυνάμεις που εκφράζει η σύγχρονη νεολαία που διαθέτει γνώσεις, μόρφωση, ικανότητες αλλά και πρέπει να απελευθερωθεί και να βγει στο προσκήνιο.

Βασιλική Σουλαδάκη
aixmi.gr