Οι επιστήμονες μέχρι σήμερα είχαν προτείνει την εφαρμογή κολλητικών, βιοδιασμώμενων "αυτοκόλλητων" σε χειρουργικές τομές, για να αντικατασταθούν τα ράμματα.

Πρόκειται για μια νέα κόλλα πολυμερούς σύστασης που δεν επηρεάζεται από το νερό ή το αίμα και είναι εξίσου ισχυρή με τα ράμματα, μιας και ενώνει τις άκρες της πληγής καθώς εκείνη αρχίζει να επουλώνεται.

Οι επιστήμονες εμπνεύστηκαν το νέο υλικό από την ιδιότητα των σαλιγκαριών και άλλων οργανισμών να κολλάνε στις επιφάνειες, χρησιμοποιώντας ορισμένες κολλώδεις ουσίες που εκκρίνουν.

Μάλιστα, το δοκίμασαν ήδη σε καρδιές χοίρων, που μοιάζουν πολύ με την ανθρώπινη, και διαπίστωσαν ότι επουλώνει γρήγορα τις ανοιχτές πληγές που προκαλούνται από τραυματισμούς, ενώ μπορεί να χρησιμοποιηθεί επίσης σε τραύματα που υπάρχουν στα αιμοφόρα αγγεία και στα τοιχώματα του εντέρου.

Η κόλλα χρησιμοποιείται με τη βοήθεια ενός επιθέματος, στο οποίο αλείφεται η απαραίτητη ποσότητα και τοποθετείται στον ιστό ή απευθείας στο σημείο που υπάρχει ρήξη. Για να σταθεροποιηθεί η κόλλα χρησιμοποιείται υπεριώδες φως και έτσι τα μόριά της σχηματίζουν ισχυρές αλυσίδες με τα μόρια του κολλαγόνου της καρδιάς, αφού πρώτα εκλύουν ελεύθερες ρίζες, οι οποίες είναι πολύ αντιδραστικές.

Η νέα χειρουργική κόλλα θα αρχίσει να χρησιμοποιείται περίπου σε δύο με τρία χρόνια και δεν αποκλείεται να αντικαταστήσει τα ράμματα, τα οποία δεν παρέχουν πλήρη μόνωση στο τραύμα και συχνά προκαλούν επιπλοκές.

Το πρόβλημα είναι ότι η συγκεκριμένη κόλλα δεν έχει εξακριβωθεί ότι μπορεί να εφαρμοστεί αποδοτικά στον ανθρώπινο οργανισμό καθώς χρειάζεται ακόμα βελτίωση.

Τώρα, οι ερευνητές απέδειξαν ότι μπορούν να χρησιμοποιήσουν έναν αερογράφο - σπρέι για να επουλώσουν τις πληγές χρησιμοποιώντας το απευθείας στους βιολογικούς ιστούς.

Το σπρέι αποτελείται από πολυμερείς νανοίνες.

Ο ελληνικής καταγωγής βιοχημικός - βιοτεχνολόγος, Peter Kofinas, του Πανεπιστημίου του Maryland, αναφέρει ότι από τα βιοδιασπώμενα "αυτοκόλλητα" μπορεί να προκληθούν ζημιές στα ζωντανά κύτταρα του ανθρώπινου οργανισμού.

Οι μέχρι σήμερα μέθοδοι δημιουργίας του κολλητικού υλικού, εξηγεί ο ίδιος, βασίζονταν στην ηλεκτροστατική, κάτι που θα έβλαπτε τα κύτταρα του οργανισμού.

Έτσι, ο P. Kofinas και οι συνεργάτες του είχαν την ιδέα να αναπτύξουν τον αερογράφο που μέχρι σήμερα χρησιμοποιήθηκε ευρέως στο εμπόριο για την εφαρμογή χρώματος σε επιφάνειες.

Ο στόχος ήταν να βρουν ένα βιοδιασπώμενο πολυμερές υλικό, ή PLGA, με το οποίο θα δούλευε ο συγκεκριμένος αερογράφος, ένα υλικό που θα "εκτοξεύεται" πάνω στην πληγή χωρίς να μεσολαβεί κάποιο άλλο υλικό αμφιβόλου αποτελέσματος.

Επιλέγοντας ένα συγκεκριμένο μοριακό βάρος PLGA και συγκέντρωσης ακετόνης σαν διαλύτη, θα μπορούσαν να ελέγξουν τη διάμετρο των ινών που προκύπτουν. Έτσι, μπόρεσαν να δημιουργήσουν πολύ μικρά επίπεδα κολλητικής ύλης διαμέτρου μόλις 370 nm.

Με αυτόν τον τρόπο μπορούν να καλυφθούν αποτελεσματικά τομές στους πνεύμονες, στο έντερο, στο συκώτι, ενώ η μέθοδος λειτουργεί μέχρι τώρα αποτελεσματικά σε πειραματόζωα που έχουν χρησιμοποιηθεί για την ανάπτυξη της.

Η ακετόνη δείχνει να εξατμίζεται πριν προλάβει ο οργανισμός να απορροφήσει τις νανοΐνες γεγονός που σημαίνει ότι ο διαλύτης δεν θα προκαλέσει προβλήματα τοξικότητας στον άνθρωπο κάτι που θα συνέβαινε με τα προηγούμενα "αυτοκόλλητα".

Τα κύτταρα που ψεκάζονται με τις νανοΐνες τύπου PLGA δεν παρουσιάζουν καμία μεταβολή μετά από 24 ώρες ελέγχου. Στις εργαστηριακές δοκιμές, οι νανοΐνες δείχνουν να διασπώνται ολικώς μέσα σε 42 ημέρες.

Η ομάδα του Peter Kofina συνεχίζει πλέον τις δοκιμές για την τελειοποίηση του αερογράφου και ευελπιστεί ότι σύντομα θα γίνει δεκτό από την ιατρική κοινότητα των ΗΠΑ.

cen.acs.org