Ἡ Ἱερὰ Μονὴ τοῦ Τιμίου Προδρόμου, βρίσκεται στὴ χερσόνησο τοῦ Ἀκρωτηρίου, βόριο-ἀνατολικὰ τῶν Χανίων, πρὸς τὴν κατεύθυνση τοῦ ἀεροδρομίου.

Ιδρύθηκε κατὰ τοὺς Βυζαντινοὺς χρόνους, δηλαδὴ πρὶν τὸ 1453, χρονολογία τῆς ἁλώσεως τῆς Κωνσταντινούπολης ποὺ χαρακτηρίζει καὶ τὸ τέλος τῆς Βυζαντινῆς ὐτοκρατορίας.

Κατὰ τὴν ἐποχὴ τῆς Ἑνετικῆς καὶ Τουρκικῆς κυριαρχίας, ἡ Μονὴ λειτούργησε σὰν ἄσυλο γιὰ τὶς παρθένες τῶν ὁποίων ἡ τιμὴ ἀπειλεῖτο ἀπὸ τοὺς κατακτητές. Τότε ὁ ἀριθμὸς τῶν καλογραιῶν ἦτο ἀρκετὰ μεγάλος - γύρω στὶς ἑκατὸ -, ἔχοντας κάθε μία κοντὰ της περίπου πέντε ὑποτακτικές».

Ὅπως καὶ σὲ ἄλλες περιοχὲς τῆς Ἑλλάδας ἐκεῖνα τὰ χρόνια οἱ χριστιανοὶ γονεῖς συνήθιζαν νὰ ἀπομακρύνουν τὰ κορίτσια τους κλείνοντας τα σὲ μοναστήρια μὲ σκοπὸ νὰ τὰ προστατεύσουν καὶ συγχρόνως νὰ πάρουν χριστιανικὴ παιδεία. Οἱ μοναχὲς τῶν Κορακιῶν ἔπλαθαν τὶς ψυχὲς τῆς αὐριανῆς Ἑλληνίδας μητέρας, τοὺς μάθαιναν γράμματα, ὑφαντική, μαγερική, κέντημα καὶ κυρίως τὴν παλιὰ κρητικὴ λαϊκὴ τέχνη. Ἀργότερα, οἱ γονεῖς ἔπαιρναν τὰ κορίτσια τους κρυφὰ ἀπὸ τοὺς κατακτητὲς καὶ τὰ πάντρευαν. Σὲ ὅσα ἄρεσε ὁ μοναχικὸς βίος, ἔμεναν καὶ ἐχειροτονοῦντο Καλόγριες.





Τὸ Μοναστήρι λειτούργησε συνεχῶς μέχρι τὴν Ἐπανάσταση τοῦ 1821, οπότε καταστράφηκε από τους Τούρκους, και οἱ Μοναχές ἔπεσαν θύματα τῆς βάρβαρης ἐπίθεσης. Μὲ ἐξαίρεση τὴν Ἐκκλησία ποὺ ἔπαθε σοβαρὲς ζημιές, ὅλα τὰ κτίρια καήκαν, καὶ οἱ λίγες Μοναχὲς ποὺ ἐπέζησαν, ἔφυγαν ἀπὸ αὐτὸν τὸν τόπο ποὺ ἔμεινε ἔρημος γιὰ περίπου 45 χρόνια.

Επίσημα τὸ Μοναστήρι ξανάνοιξε τὸ 1867. Οἱ Μοναχὲς Καταφυγὴ καὶ Χριστονύμφη ποὺ καὶ οἱ δυὸ κατάγονταν ἀπὸ τὸ χωριὸ Λάκκους, κοντὰ στὸν Ὁμαλό, στὰ Λευκὰ Ὅρη, εἶχαν ἐνεργὸ δράση στὴν ἐπανάσταση τοῦ 1866. Ἀκολούθησαν τοὺς ἐπαναστάστες μαχητές, ἀνάμεσα στοὺς ὁποίους ἦταν καὶ τ΄ ἀδέλφια τους, πάνω στὰ βουνά, καὶ τοὺς βοήθησαν μεταφέροντας πολεμοφόδια καὶ ἄλλες προμήθειες.

Ἡ πρώτη Ἡγουμένη ἦταν ἡ Διονυσία Δασκαλάκη ἀπὸ τὸ Κοντομαρί. Πρὶν ἀναλάβει τὴ διεύθυνση τοῦ Μοναστηριοῦ τὴν ὁποία διατήρησε ἐπὶ σχεδὸν δυὸ δεκαετίες, ἔζησε τέσσερα χρόνια (1870-1874) στὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ ἔφερε ἀπó ἐκεῖ τὸ Τυπικὸν (σύνολο κανόνων) τοῦ Ἑλληνορθόδοξου Μοναστηριοῦ τῶν Ἁγίων Κωνσταντίνου καὶ Ἑλένης, τῆς Μοναστικῆς Ἀδελφότητας τοῦ Παναγίου Τάφου. Αὐτὸ τὸ Τυπικὸν ἔθεσε ἡ Ἡγουμένη σὰν βάση, γιὰ τὴν ὀργάνωση καὶ τὴ λειτουργία τοῦ Μοναστηριοῦ.

Ἀργά ἀλλά σταθερά ὁ ἀριθμός τῶν Μοναχῶν αὐξήθηκε καί στά μέσα τοῦ 1890 τό Μοναστήρι εἶχε πάλι 20 Μοναχές. Ἡ νέα ἄνθηση σταμάτησε μέ τό ξέσπασμα τῆς Κρητικῆς Ἐπανάστασης του 1896-97. Ὅταν οἱ μοναχές ἔμαθαν ὅτι οἱ Τούρκοι ἔρχονταν στό Ἀκρωτήρι νά κάψουν τό Μοναστήρι, ἔφυγαν καί βρήκαν ἀσφαλές καταφύγιο στά Μοναστήρια τῆς Ἁγίας Τριάδας καί τοῦ Γουβερνέτου. Πράγματι, οἱ Τούρκοι, ἀφού ἔκαψαν τίς Κορακιές, κατέβηκαν τή νύχτα, μέ βαθῦ σκοτάδι, διέρρηξαν, λεηλάτησαν τά κελιά, ἔχυσαν λάδι μέ σκοπό νά κάψουν τό Μοναστήρι.

Δέν πρόφτασαν ὅμως, γιατί τοῦς σταμάτησαν οἱ σφαίρες τῶν Κρητῶν ἐπαναστατῶν, πού τότε στάθμευαν στόν Προφήτη Ἠλία. Αὐτές οἱ ὀμάδες τῶν ἐπαναστατῶν ἦταν κάτω ἀπό τίς διαταγές τοῦ προέδρου τῆς ἐπαναστατικῆς ἐκτελεστικῆς Ἐπιτροπῆς Ι. Σφακιανάκη, καί τῶν ἐνδόξων ὀπαδῶν του στόν ἀγῶνα : Ἐλευθέριο Βενιζέλο, Ἐμμ. Μουντάκη, τούς ἀδελφούς Μυλωνο-γιάννη, τόν Ἱεροδιάκονο Ἀγαθάγγελο Ξηρουχάκη, μετέπειτα Μητροπολίτη Χανίων, καί ἄλλους. Οἱ ἐπαναστάτες εἶχαν ἐπιτάξει τό Μοναστήρι καί εἶχαν στρατῶνα ἐκεῖ. Οἱ ἐπαναστάτες πού ἔπεσαν στή μάχη γύρω ἀπό τίς Κορακιές, τάφηκαν μέσα στό Μοναστήρι.

Στή διάρκεια αὐτῆς τῆς περιόδους τοῦ Ἀπελευθερωτικοῦ Ἀγῶνα ἐναντίον τῶν Τούρκων, οἱ Μοναχές πού βρίσκονταν στά Μοναστήρια τῆς Ἁγίας Τριάδος καί Γουβερνέτου βοηθοῦσαν τούς ἐπαναστάτες πού πήγαιναν ἐκεῖ, φρόντιζαν τούς ἀσθενείς, ἔπλεναν τά ρούχα τους καί ἔραβαν καινούργια γιά αὐτούς. Ὅταν δέ οἱ ἐπαναστατικές ὁμάδες στόν Προφήρη Ἠλία εἶχαν ἀνάγκη ἀπό πολεμοφόδια καί δέν εὕρισκαν ἅνδρες βοηθούς, οἱ Μοναχές, μαζί μέ ἄλλες γυναίκες, τά μετέφεραν ὡς ἑκεῖ στούς ὥμους.

Τóν Αὒγουστο τοῦ 1897, ἀφού τελείωσε ἡ ἐπανάσταση, οἱ καλόγριες γύρισαν στό Μοναστήρι τους πού τό βρῆκαν πάλι κατεστραμμένο. Βρῆκαν ἀκόμα τούς τάφους τῶν ἐπαναστσατῶν ποῦ, ἀντί γιά πλάκες, εἶχαν σκεπαστεῖ μέ πόρτες τῶν κελιῶν. Ἒτσι, ἂρχισε πάλι ἡ ἀνασυγκρότηση τοῦ Μοναστηριοῦ. Η καλλιεργήσιμη γῆ πού ἔμεινε στήν ἰδιοκτησία τοῦ Μοναστηριοῦ ἦταν πολύ μικρή καί ἀνεπαρκής νά συντηρήσει τίς Μοναχές τῶν ὁποίων ὁ ἀριθμός ὁλοένα καί αὐξανόταν.

Ἔτσι παρουσιάστηκε ἡ ἀνάγκη νά βρεθοῦν νέοι οἰκονομικοί πόροι. Το έτος 1903 ιδρύθηκε στό Μοναστήρι οἰκοκυρική σχολή όπου ἐκπαιδεύτηκαν κορίτσια ἀπό τίς Κορακιές καί ἄλλα χωριά τοῦ Ἀκρωτηρίου, τοῦ Ἀποκορώνου, τῆς Κισάμου, ὅπως καί ἀπό τήν πόλη τῶν Χανίων. Διδάχτηκαν βασικά τήν τέχνη τοῦ κοπανελιοῦ σέ ὅλες τίς μορφές του, ἀλλά καί ἄλλες δαντέλες, ὅπως βελονάκι, βενίζ καί φιλέ μέ κέντημα. Ἐπίσης λευκό κέντημα, κοπτική – ραπτική καί τήν τέχνη τῆς ὑφαντικῆς λινῶν, μεταξωτῶν καί μάλλινων εἰδῶν. Περίπου 600 κορίτσια πήραν μία πλήρη ἐκπαίδευση στά προαναφερθέντα εἶδη χειροτεχνίας καί πολλά ἀπό αὐτά ἀργότερα ἐργάστηκαν ἐπαγγελματικά σέ διάφορους τομεῖς. Μετά ἀπό λειτουργία περίπου τεσσάρων δεκαετιῶν, ἡ Σχολή ἔκλεισε ἐξ αἰτίας τοῦ Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Κατά τή διάρκεια τῆς Μάχης τῆς Κρήτης, τήν ἄνοιξη τοῦ 1941, ἡ χερσόνησος τοῦ Ἀκρωτηρίου χρησίμευσε σάν στρατηγεῖο τῶν Ξένων Δυνάμεων. Ἡ περιοχή τῶν Κορακιῶν ἦταν ἡ Ἀγγλική πολεμική ζῶνη καί ἔτσι ἡ Ἱερά Μονή τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου βρέθηκε στή μέση τῆς μάχης. Οἱ ἀδελφές πέρασαν ἐκείνες τίς ἡμέρες κυρίως στήν ἐκκλησία, προσευχόμενες, ψάλλοντας τόν Παρακλητικό Κανόνα καί τόν Ἀκάθιστο Ὕμνο πρός τήν Ὑπεραγία Μητέρα τοῦ Χριστοῦ. «Ἡ ἐρημιά μας ἦταν πράγματι μεγάλη» ἔγραφε ἡ Μοναχή Χριστοφόρα στίς σημειώσεις της, «ἀλλά ὁ θάνατος δέν μᾶς φόβιζε. Ὁ Θεός καί ἡ Παναγία ἦταν ἡ παρηγοριά μας. Γιά πρώτη φορά στή ζωή μας βλέπαμε νά πέφτουν βόμβες τόσο κοντά μας... »

Τελικά ἦρθε ἡ μέρα ὅπου ἡ πατρίδα καταλήφθηκε ἀπό τούς ἐπιδρομεῖς : Τρίτη, 27η Μαΐου 1941. Ἡ Ἱερά Μονή ἔμεινε κάτω ἀπό τόν Γερμανικό ἔλεγχο μέχρι τό τέλος τῆς κατοχῆς τό 1944. Παρά τό Γερμανικό ἔλεγχο, οἱ Μοναχές κατόρθωναν νά βοηθοῦν μυστικά τό ἀντιστασιακό κίνημα.

Σήμερα στό Μοναστήρι του Τιμίου Προδρόμου διαβιοῦν 8 Μοναχές. Ασχολείται δε ιδιαίτερος με την έκδοση πατερικών βιβλίων σε ξένες γλώσσες. Πρόσφατα εγκαινιάστηκε εκ βάθρων το Καθολικό της Μόνης, η οποία περιλαμβάνει και δύο Παρεκκλήσια - των Ἁγίων Ἀνδρέα Κρήτης, Γερασίμου και Ακακίου των Νέων Ασκητών και τής Παναγίας τής Πορταΐτισσας. Πανηγυρίσει 29 Αυγούστου και 7 Ιανουαρίου.

Οι ιστορικες πηγες ειναι από το www.imka.gr, υπό την επιμέλεια του Ευστρατιου Χατζηδακη Θεολογου.