Αν υπάρχει ένα μάθημα από τα τελευταία 100 χρόνια, είναι ότι είμαστε καταδικασμένοι να συνεργαζόμαστε. Διατηρούμε όμως τις φυλές μας. Η σύγκρουση αυτή ανάμεσα στην συνεργασία και την διαμάχη, είναι μόνιμη. Στον τελευταίο αιώνα, η ανθρωπότητα βίωσε ακραία και τα δύο» με αυτά τα λόγια κλείνει το άρθρο του στους Financial Times, o δημοσιογράφος της εφημερίδας, Martin Wolf, αναλύοντας τα τρία γεγονότα που άλλαξαν τον κόσμο, ξεκινώντας από την 100η επέτειο της έναρξης του α' παγκοσμίου πολέμου και την 25η επέτειος της κατάρρευσης της σοβιετικής αυτοκρατορίας. 

«Φέτος είναι η 100η επέτειος της έναρξης του α' παγκοσμίου πολέμου, η 70η επέτειος του D-Day και η 25η επέτειος της κατάρρευσης της σοβιετικής αυτοκρατορίας και της βίαιης καταστολής στην Πλατεία Τιενανμέν του Πεκίνου.

Εκατό χρόνια πριν, η εύθραυστη ισορροπία της Ευρώπης κατέρρευσε. Εβδομηνταπέντε χρόνια πριν, οι δημοκρατικές δυνάμεις επιτέθηκαν στην απολυταρχική Ευρώπη. Εικοσιπέντε χρόνια πριν, η Ευρώπη έγινε ενιαία και ελεύθερη, ενώ η Κίνα επέλεξε την οικονομία της αγοράς και το μονοκομματικό κράτος.

Ζούμε εδώ και ένα τέταρτο του αιώνα στην εποχή του παγκόσμιου καπιταλισμού. Αλλά οι πολιτικές και οικονομικές πιέσεις μιας τέτοιας περιόδου, εμφανίζονται όλο πιο έντονα.

Το 1913 η δυτική Ευρώπη ήταν το οικονομικό και πολιτικό κέντρο του πλανήτη. Παρήγαγε το ένα τρίτο της διεθνούς παραγωγής. Οι ευρωπαϊκές αυτοκρατορίες ήλεγχαν το μεγαλύτερο κομμάτι του κόσμου, άμεσα ή έμμεσα. Οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις κυριαρχούσαν στο παγκόσμιο εμπόριο και τον χρηματοπιστωτικό τομέα. Μολονότι οι ΗΠΑ κατείχαν ήδη την μεγαλύτερη ενιαία εθνική οικονομία, παρέμεναν περιφερειακή δύναμη.

Η αντιπαλότητα ανάμεσα στις ευρωπαϊκές αυτοκρατορίες διέλυσε εκείνον τον κόσμο. Ο πόλεμος οδήγησε στην ρωσική και εντέλει την κομμουνιστική επανάσταση. Μετέφερε την ισχύ στην άλλη όχθη του Ατλαντικού. Άφησε την παγκόσμια οικονομική σταθερότητα στο έλεος των ΗΠΑ, που είχαν γίνει μέχρι τότε ο βασικός πιστωτής στον πλανήτη. Αποδυνάμωσε εσκεμμένα τις παλαιές αυτοκρατορικές δυνάμεις. Κατέστρεψε την ευρωπαϊκή αυτοπεποίθηση. Οσα δεν προκάλεσε ο α' Παγκόσμιος Πόλεμος, τα προκάλεσαν το Μεγάλο Κραχ, ο Ναζισμός και ο β' Παγκόσμιος Πόλεμος. Μέχρι την D-Day, η παγκόσμια οικονομία είχε αποσυντεθεί, η Ευρώπη σερνόταν και το απεχθές Ολοκαύτωμα γεννιόταν. Η καταστροφή ήταν ολοκληρωτική.

Η επιτυχία της ναυτικής απόβασης στην Νορμανδία την D-Day επισφράγισε ότι η νίκη στην Ευρώπη δεν ήταν δυνατόν να εξαρτάται αποκλειστικά από ένα εκ των απολυταρχικών καθεστώτων. Μια ελεύθερη και δημοκρατική Ευρώπη θα αναδυόταν υπό την αμερικανική προστασία. Ο μεταπολεμικός διαμελισμός της Ευρώπης ήταν τραγικός αλλά και αναπόφευκτος: Οι ΗΠΑ δεν επρόκειτο να πολεμήσουν την Σοβιετική Ένωση αμέσως μετά την συμμαχία μαζί τους. Αλλά η νεοεισερχόμενη εμπλοκή των ΗΠΑ, προστάτευσε παράλληλα την ελευθερία της δυτικής Ευρώπης μέσω του ΝΑΤΟ και εισήγαγε την επανενοποίηση της ευρωπαϊκής και της υπερατλαντικής οικονομίας μέσω του Σχεδίου Μάρσαλ, του ΟΟΣΑ και της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου. Εν τω μεταξύ, η δημιουργία της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα με έξι μέλη το 1951 οδήγησε εν καιρώ στην σημερινή 28μελή ΕΕ.

Ένας από τους σπουδαιότερους καρπούς της ανέλιξης των ΗΠΑ και της ηθικής και υλικής κατάρρευσης της Ευρώπης, ήταν το τέλος των μεγάλων αυτοκρατοριών. Όλες σχεδόν οι νεαρές ανεξάρτητες χώρες –εχθρικές με τις πρώην αποικιακές δυνάμεις, φοβισμένες από το Μεγάλο Κραχ και εντυπωσιασμένες από την φαινομενική επιτυχία της σταλινικής Σοβιετικής Ένωσης- επέλεξαν να προωθήσουν την εσωστρεφή βιομηχανοποίηση, ωθούμενες από την ανάγκη υποκατάστασης των εισαγωγών. Η Κίνα, που έπεσε υπό κομμουνιστικό έλεγχο το 1949 ήταν ιδιαίτερα ενθουσιώδης με την αυτάρκεια. Και η Ινδία όμως, αν και δημοκρατική, υιοθέτησε επίσης στον προγραμματισμό την εκτεταμένη κρατικοποίηση. Το ίδιο έκαναν και οι περισσότερες αναπτυσσόμενες χώρες της Λατινικής Αμερικής.

Μολονότι το 1989 δεν είναι το μόνο έτος που σημάδεψε την λήξη του μεταπολεμικού διχασμού από το 1945, σημάδεψε πράγματι την λήξη του ψυχροπολεμικού διχασμού της Ευρώπης και οδήγησε άμεσα στην κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Ο Ντενγκ Σιάοπινγκ είχε ήδη θέσει την Κίνα στον δρόμο «της μεταρρύθμισης και του ανοίγματος» το 1978. Αλλά η αποκήρυξη των πολιτικών μεταρρυθμίσεων του σοβιετικού προέδρου Μιχαήλ Γκορμπατσόφ στην χρονιά των δημοκρατικών επαναστάσεων, καθόρισε την φύση της κινεζικής εξέλιξης: Μια σύνθεση από τονωτική οικονομία της αγοράς και κατασταλτική πολιτική. Η ανέλιξη της Κίνας έχει προκαλέσει θαυμασμό, αλλά η πρόκληση να αναδυθεί μια χώρα από την ένδεια στο μεσαίο εισόδημα, διαφέρει πολύ από την δημιουργία μιας οικονομίας υψηλού εισοδήματος.

Το σιωπηρό χαρακτηριστικό του τελευταίου τετάρτου του αιώνα, είναι η παγκοσμιοποίηση. Καθοδηγούμενη από την παγκόσμια αποδοχή της οικονομίας της αγοράς και τροφοδοτούμενη από την ψηφιακή επανάσταση, η ανθρωπότητα έχει δημιουργήσει μια οικονομία που είναι πολύ πιο ενοποιημένη από το 1913, εξαιρουμένης της μετανάστευσης ανθρώπων, που είναι μικρότερη. Επιπλέον, όλα αυτά συμβαίνουν όχι υπό αυτοκρατορικό καθεστώς, αλλά υπό την αιγίδα παγκόσμιων θεσμών, τόσο δημοσίων (όπως το ΔΝΤ, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου και η ΕΕ) όσο και ιδιωτικών (πολυεθνικές επιχειρήσεις).

Υπήρξε επίσης μια περίοδος με επιτεύγματα, όπως η ταχεία μείωση του ποσοστού των ανθρώπων σε συνθήκες ακραίας φτώχειας και η εντυπωσιακή άνοδος της Κίνας και της Ινδίας, που μοιράζονται το 40% του παγκόσμιου πληθυσμού. Στην Ευρώπη επίσης, οι χώρες που υιοθέτησαν τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, όπως η Πολωνία, είχαν εξαιρετική πορεία.
Αυτός είναι λοιπόν ένας κόσμος που έχει κάνει πλήρη κύκλο, αν και με τεράστιες αλλαγές στην πορεία. Είναι ένας κόσμος που σημαδεύτηκε από κάποια οικεία προβλήματα: Η Ιστορία δεν επαναλαμβάνεται -αλλά έχει τα ρεφρέν της.

Η Μεγάλη Ύφεση, όπως το Μεγάλο Κραχ, ζημίωσαν την παγκοσμιοποίηση, όπως αποδεικνύει το McKinsey Global Institute σε πρόσφατη έρευνά του. Επηρεασμένες από την κατάρρευση της διακρατικής χρηματοδότησης, οι συνολικές ροές εμπορίου αγαθών και υπηρεσιών, όπως και οι χρηματοπιστωτικές, μειώθηκαν κάθετα σε σχέση με την παγκόσμια παραγωγή.

Το εμπόριο αποδείχθηκε πιο ανθεκτικό από την χρηματοδότηση, αλλά και αυτό σταμάτησε να αυξάνεται σχετικά με την παγκόσμια παραγωγή, μεταξύ 2005 και 2012. Δεν είναι ακόμη ξεκάθαρο το πόσο βαθιά θα αποδειχθεί η επιβράδυνση στην παγκοσμιοποίηση. Αλλά με δεδομένη την ζημιά που έγινε εξαιτίας της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης και των εύλογων ανησυχιών για το πώς λειτουργία η οικονομία της παγκόσμιας αγοράς, ιδιαίτερα μετά το μοίρασμα των κερδών, είναι πιθανό να έπεται ακόμη μεγαλύτερο πισωγύρισμα.

Πιο σημαντικές, πιθανόν, ακόμη, είναι οι πολιτικές πιέσεις –όπως ακριβώς συνέβαινε πριν το 1914. Η ένταση ανάμεσα στην οικονομική ενοποίηση και τον πολιτικό διχασμό παραμένει η αχίλλειος πτέρνα κάθε ενταγμένης στο διεθνές σύστημα οικονομίας. Σήμερα, η Ρωσία προσδιορίζεται ως ρεβανσιστική και η Κίνα ως επιθετική. Τα πυρηνικά όπλα μειώνουν τις πιθανότητες άμεσης στρατιωτικής σύρραξης –αλλά δεν τις καταργούν. Επίσης, σε μια τέτοια περίπτωση οι επιπτώσεις θα είναι πολύ χειρότερες.

Αν υπάρχει ένα μάθημα από τα τελευταία 100 χρόνια, είναι ότι είμαστε καταδικασμένοι να συνεργαζόμαστε. Διατηρούμε όμως τις φυλές μας. Η σύγκρουση αυτή ανάμεσα στην συνεργασία και την διαμάχη, είναι μόνιμη. Στον τελευταίο αιώνα, η ανθρωπότητα βίωσε ακραία και τα δύο.

Η Ιστορία του επόμενου αιώνα θα σχηματιστεί από το πώς θα προσεγγίσουμε επιλογές που δεν διαφέρουν σημαντικά».

protothema.gr/Πηγή για τη μετάφραση «euro2day.gr»