Γιάννενα-Κρήτη. Κρήτη-Γιάννενα. Δύο περιοχές τόσο διαφορετικές και συνάμα τόσο ίδιες, με τους κατοίκους τους να έχουν αναπτύξει αδελφικούς δεσμούς.

Δεσμούς αίματος. Οι ρίζες της γέφυρας που θα ενώνει πάντα Ήπειρο και Κρήτη είναι «ποτισμένες» με το αίμα της θυσίας των Ηπειρωτών μαχητών του Χατζημιχάλη Νταλιάνη στο Φραγκοκάστελλο και με το αίμα των Κρητικών που πολέμησαν στους απελευθερωτικούς αγώνες της Ηπείρου.

Όταν περπατάς στα πλακόστρωτα σοκάκια της παλιάς αγοράς στην οδό Ανεξαρτησίας στα Γιάννενα, είναι σαν να περιδιαβαίνεις στα σταυροδρόμια και τα καλντερίμια των πολιτισμών, µε αφετηρία το κεντρικότερο σημείο των Χανίων, τη Δημοτική Αγορά.

Δεν υπάρχουν βεντέτες. Μόνο μαντινάδες και χαβάδια, χιλιοτραγουδισμένα.

Μόνο τσίπουρο και ρακί, που μεθούν το μυαλό και τις αισθήσεις και μπορούν να «γιάνουν» τις καρδιές των ερωτευμένων, αλλά και το… κρυολόγημα!

Μόνο ορεινά χωριά, με ανθρώπους, με «σκαμμένα» από το χρόνο πρόσωπα, που σε περιμένουν με ανοιχτές αγκάλες. Να σε τρατάρουν και να σ’ ευχαριστήσουν…

Αλήθεια, πώς είναι τα Γιάννενα, μέσα από τα μάτια ενός συγγραφέα, που τα ερωτεύτηκε από την πρώτη στιγμή; Που άρχισε να «πλάθει» τις ιστορίες του με φόντο τα, άλλοτε γαλήνια και άλλοτε φουρτουνιασμένα, νερά της λίμνης;

«Αχ, τα Γιάννενα…

Ερωτεύτηκα τα Γιάννενα μια Καθαρά Δευτέρα! Στην Ήπειρο με προσκάλεσε ένας έρωτας. Κι όμως! Μετά από ένα περπάτημα στο γείσο της λίμνης, αγκαζέ μ’ εκείνη την παλιά αγάπη, χωρίσαμε. Η πόλη κάτι μου έπαιρνε, η πόλη κάτι μου έδινε! Ένας διαφορετικός έρωτας με τράβηξε απ’ τα ΚΤΕΛ της επιστροφής πίσω στο κάστρο, κι έτσι έμεινα τρεις μέρες μόνος στα Γιάννενα για να τα ανακαλύψω.

Το βλέμμα εκείνου του έφηβου κόλλησε στα γαϊτανάκια στις πλατείες, τους μιναρέδες, τις φωτιές μέσα στο κάστρο με δυνατές μουσικές και χορούς. Αλλόκοτο, μα η πόλη αυτή μου θύμιζε τα Χανιά κι αυτή η εορταστική αναγέννηση της άνοιξης, ήταν μέσα μου παρόμοια μ’ ένα δεκαπενταυγουστιάτικο πανηγύρι σε κρητικό χωριό. Περνούσα τις καμάρες βλέποντας την ασπρισμένη κορφή του Σμόλικα και κάπως ηρεμούσα πως εκεί στέκει ο δικός μου Ψηλορείτης. Ένιωθα ασφαλής, ένιωθα στον τόπο μου, τα Γιάννενα μου θύμιζαν τα δικά μου Χανιά, κι έτσι ένας παντοτινός έρωτας γεννήθηκε για έναν τόπο χειμωνιάρη μα καθόλου παγωμένο. Όταν με πήρε το λεωφορείο της επιστροφής, ένας ξεριζωμός αναδύθηκε εντός μου και μία ήταν η σκέψη μου: Πότε θα επέστρεφα.

Νεοσύλλεκτος, επέστρεψα στα μέσα του επόμενου Νοέμβρη στο Πέραμα. Κρύο, χιόνι, εκπαίδευση, κι εγώ είχα λυσσάξει να περάσω το Σπήλαιο! Τους δυο μήνες που έμεινα στο στρατόπεδο, έκανα δεκατέσσερις φορές τη διαδρομή ανάμεσα στους σταλακτίτες και τους σταλαγμίτες· τα Γιάννενα πάντα κάτι νέο μου προσέφεραν να δω και να με μαγέψουν, μα πριν προλάβω να τα γευτώ καλά, πήρα μετάθεση στη Σάμο. Να όμως που η ζωή πάλι μου ‘κλεινε το μάτι αφού επέστρεψα στο Βελισσάριο μετά κάμποσους μήνες για να συμπληρώσω τους τέσσερις τελευταίους της θητείας μου και να απολυθώ από εκεί.

Τις μέρες που δε βαρούσα σκοπιά στο φυλάκιο Αυγό, έβγαινα από την πύλη του Βελισσαρίου και το έκοβα ποδαράτο μέχρι τη λίμνη. Θυμάμαι χέρια χωμένα σ’ ένα βαρύ τζάκετ και στα αυτιά ακουστικά με μουσική από τοπικούς φοιτητικούς σταθμούς. Θυμάμαι ανισόπεδους δρόμους, μεγάλες πλατείες και ψιλόβροχο. Θυμάμαι νεολαία και φωτεινά, γαλατένια πρόσωπα, φοιτητικά ζευγάρια, φιλιά ζουμερά, την αγάπη να ανθίζει σε ζεστές αγκαλιές κι εγώ σαν τον τρελό να κάθομαι σ’ ένα παγκάκι της λίμνης μέσα στην παγωνιά, το ψιλόβροχο και να τρώω παγωτό από τον "Νούσια"! Θυμάμαι την κατηφόρα του δρόμου για τη λίμνη, μετά στα αριστερά το μουσείο του Βρέλλη και λίγο πριν βγω στη λίμνη, σε μια είσοδο του κάστρου στα δεξιά, θυμάμαι ένα στασίδι που πάντα άναβα ένα κερί για όποια ξεχασμένη ψυχή το είχε ανάγκη. Ύστερα, ρουφούσα μια ζεστή σοκολάτα στο τότε τοσοδούλικο καφέ "Υπερωκεάνιο" και έγραφα με μολύβι σ’ ένα σημειωματάριο τις σκηνές για τα επόμενα βιβλία που είχα όνειρο να γράψω.

Περπατώντας τα Γιάννενα τα αγάπησα, τα λάτρεψα. Μέσα στα όριά τους γέλασα, δάκρυσα, ανακάλυψα, έζησα και τελικά αναγεννήθηκα, γι’ αυτό και πάντα τα θεωρώ τόπο της εφηβείας μου, των ημερών της νιότης μου, τόπο δικό μου και πάντα μαγικό. Κάποτε μέτρησα σε βήματα πόση ήταν η διαδρομή γύρω από τη λίμνη, όμως με τα χρόνια ξέχασα τον αριθμό. Υπόσχομαι σύντομα να το επαναλάβω για να φρεσκάρω τις μέρες που ζουν εντός μου σαν παλιές αγαπημένες.

Αναπόφευκτα, ξέχασα και κάμποσα από τα Γιάννενα! Κάμποσα που όποτε επιστρέφω, τα ξαναθυμάμαι σαν εικόνες μιας άλλης ζωής. Ποτέ μου όμως δε λησμόνησα τρία: Τα βουνά που αγκάλιαζαν την πόλη σαν προστατευτική αγκαλιά μητέρας, τη μυρωδιά από τα βρεγμένα φύλλα και τους κορμούς, και τα παλιά παντζούρια από τα αρχοντικά που μέσα τους ανάβει κάθε μέρα η αγάπη».

protagon.gr
Ο Γεώργιος Ελ. Τζιτζικάκης είναι συγγραφέας