Την επιθυμία της να ήταν ήδη... νεκρή, εκφράζει η 27χρονη... Αμερικανίδα τραγουδίστρια Λάνα Ντελ Ρέι, αναφέροντας ως είδωλά της την Εϊμι Γουάινχάουζ και τον Κερτ Κομπέιν, που πέθαναν στην ηλικία της.

Στη συνέντευξη που παραχώρησε στον Guardian, με αφορμή την κυκλοφορία του νέου της άλμπουμ «Ultraviolence», και παρά την προσπάθεια του δημοσιογράφου να την αποτρέψει από τις δηλώσεις περί θανάτου, εκείνη επέμεινε, λέγοντας χαρακτηριστικά: «Θα ήθελα να ήμουν ήδη νεκρή. Δεν θέλω να συνεχίσω να κάνω τίποτα, αλλά συνεχίζω. Ετσι νιώθω, αν δεν ένιωθα έτσι δε θα το έλεγα. Θα φοβόμουν εάν ήξερα ότι πλησιάζω στον θάνατο, αλλά…».

Η Νέα Ορλεάνη, όπου βρίσκεται το ξενοδοχείο στο οποίο έγινε η συνέντευξη και διαμένει η Λάνα Ντελ Ρέι, μια πόλη που δεν φημίζεται για την ήρεμη και χαλαρή της ατμόσφαιρα, παρουσιάζεται από το δημοσιογράφο να ταιριάζει απόλυτα με τη χαώδη σουίτα της τραγουδίστριας.

«Οι βαλίτσες της είναι πεταμένες παντού, σα να είχε γίνει έκρηξη, σκουπίδια και ανοιγμένες σακούλες τροφίμων βρίσκονται στο πάτωμα, ενώ ακόμη και ο υπολογιστής της είναι γεμάτος υπολείμματα σάλτσας».



Όμως, ακόμη και η ηρεμία του μπαλκονιού της δεν φαίνεται να μπορεί να την κάνει να ξεχάσει για λίγο τη δυστυχία της. Η ίδια χαρακτηρίζει τη ζωή της μια κακοφτιαγμένη κινηματογραφική ταινία.

Δηλώνει ότι δεν την ευχαριστεί η ζωή της ως ποπ-σταρ, καθώς ελκύει διαρκώς κακές κριτικές και γι’ αυτούς τους λόγους δε θέλει να συνεχίσει να ζει.

Ωστόσο, η ίδια υποστηρίζει ότι ακόμη και αν οι κακές κριτικές εξέλειπαν, θα εισέβαλαν στη ζωή της με διαφορετικά μέσα, όπως τότε που άγνωστοι απέκτησαν πρόσβαση στα αρχεία του υπολογιστή της και δημοσίευσαν όλο το περιεχόμενο στο Διαδίκτυο, αποκαλύπτοντας τόσο προσωπικά, όσο και επαγγελματικά της στοιχεία.

Μεταξύ άλλων, δεν φαίνεται να θεωρεί πως υπάρχουν σεξιστικά στοιχεία στη σκληρή κριτική που δέχεται, αλλά πως πρόκειται για προσωπική επίθεση.

Όταν ο δημοσιογράφος αναφέρει γυναίκες συναδέλφους της που έχουν δεχτεί, επίσης έντονη κριτική εκείνη απαντά: «Ισως οι γυναίκες αυτές να προκαλούν με τη συμπεριφορά τους, αλλά εγώ δεν είμαι, ούτε υπήρξα ποτέ προκλητική και δεν πιστεύω ότι ο τρόπος ζωής μου ενέχει κάτι το σοκαριστικό».

Εντούτοις, στην προσωπική της ζωή μάλλον ρισκάρει και ισχυρίζεται πως έχει βιώσει «ακραίες καταστάσεις». Εχει παραδεχτεί πως στα 18 της ήταν αλκοολική, διηγείται πολλές ιστορίες απελευθερωμένου έρωτα επιλέγοντας πολλούς συντρόφους, ακόμη και παντελώς άγνωστους, ενώ κατά την εφηβεία της ζούσε μακριά από την οικογένειά της για έξι χρόνια.

Σχετικά με τα επαγγελματικά της βήματα, δε φαίνεται να θεωρεί την τεράστια επιτυχία της ιδιαιτέρως σημαντική. «Όταν μου μιλούν στο δρόμο είτε φεύγω, είτε απαντώ πως δεν είμαι και τίποτα σημαντικό, είμαι μόνο μια απλή τραγουδίστρια».

Ο πρώτος της δίσκος, οι φωτογραφίσεις της με τους θαυμαστές τις, ακόμη και οι στιγμές που ερμηνεύει τα τραγούδια της, δεν της είναι ευχάριστες. Παραδέχεται τη μελαγχολία των στίχων της, που εκφράζουν την προσωπικότητά της, αλλά με τον τελευταίο της δίσκο, Ultraviolence, επιδιώκει περισσότερο να ανακαλέσει ευχάριστα και λυτρωτικά στοιχεία του παρελθόντος της, παρά να εξιστορήσει απλώς τις περιπέτειές της.