Συγκεκριμένες θέσεις και προτάσεις για τον έλεγχο της αγοράς των υγρών καυσίμων και τον περιορισμό του λαθρεμπορίου κατέθεσε ο Βουλευτής Ηρακλείου της Δημοκρατικής Συμμαχίας, Λευτέρης Αυγενάκης, στο πλαίσιο της τοποθέτησής της στην ημερίδα που διοργάνωσε το ECOCITY με τίτλο «Πετρελαιοκίνηση. Το λαθρεμπόριο καυσίμων και οι συνέπειες στην υγεία, στην οικονομία και το περιβάλλον» στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Ειδικότερα, εισαγωγικά, τόνισε ότι το σχετικό νομοθετικό πλαίσιο είναι καλό, σημειώνοντας μάλιστα ότι «σε περιπτώσεις διαπίστωσης νοθείας εκτός των προβλεπόμενων από τον Αγορανομικό Κώδικα ποινικών κυρώσεων, επιβάλλονται και διοικητικές κυρώσεις από τους κατά τόπους σύμφωνα με το Ν.3668/08» και πως «κλιμάκια του ΣΔΟΕ έχουν τη δυνατότητα να διενεργούν ελέγχους, ενώ πραγματοποιούνται συνεχείς δειγματοληπτικοί έλεγχοι με σκοπό τον έλεγχο ποιότητας των καυσίμων» και «τα ληφθέντα δείγματα εξετάζονται από τις κατά τόπους Χημικές Υπηρεσίες προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσο αυτά πληρούν τις ισχύουσες για τα καύσιμα προδιαγραφές».

Από την άλλη πλευρά, τόνισε ότι «η νοθεία και το λαθρεμπόριο συνεχίζει να προβληματίζει την αγορά, αλλά και τους ίδιους τους καταναλωτές» και πως «πέρα από την αυτονόητη, αναγκαία πάταξη του λαθρεμπορίου και της νοθείας, εξίσου κρίσιμο είναι να επικρατήσουν στην αγορά των υγρών συνθήκες υγιούς ανταγωνισμού».

Λόγο έκανε και στην πρόσφατη επιβολή πλαφόν στη βενζίνη, επισημαίνοντας πως «το Υπουργείο Περιφερειακής Ανάπτυξης ανακοίνωσε πρόσφατα την επιβολή πλαφόν στις ανώτατες τιμές πώλησης της αμόλυβδης βενζίνης σε 13 νομούς της χώρας, θεωρώντας ότι θα υπάρχει έλεγχος των τιμών, που σπάνε την τελευταία περίοδο το ένα ρεκόρ ανόδου μετά το άλλο» και προσέθεσε ότι «ωστόσο, ο αρμόδιος Υπουργός, αγνόησε ότι και σε άλλους νομούς υπήρξε η ανάγκη ελέγχου των τιμών».

Διατυπώνοντας τη θέση της Δημοκρατικής Συμμαχίας ανέφερε ότι «η επιβολή πλαφόν στην τιμή του τελικού προϊόντος περιπτωσιολογικά σε συγκεκριμένους νομούς της χώρας μας δεν επιλύει το πρόβλημα» και υπογράμμισε ότι «τα μονόπλευρα διοικητικά μέτρα κάθε άλλο παρά ελέγχουν τις πιθανές στρεβλώσεις της αγοράς, ενώ «στοχοποιούν» αδίκως τους πρατηριούχους». Συνεπώς, «το πλαφόν στο τελικό προϊόν οφείλει να συνδυαστεί με το σχεδιασμό για την επιβολή ελέγχων των τιμών σε όλα τα στάδια παραγωγής, επεξεργασίας, διανομής, αποθήκευσης, χονδρικής πώλησης και μεταπώλησης, αλλά και τη λήψη μέτρων με σκοπό την ομαλή λειτουργία του υγιούς ανταγωνισμού στην αγορά των υγρών καυσίμων».

Ειδικότερα, με σκοπό τον έλεγχο της αγοράς, την επικράτηση συνθηκών υγιούς ανταγωνισμού και της προστασίας του καταναλωτή, πρότεινε:
1. Να επιβληθούν ανώτατες τιμές σε όλα τα στάδια παραγωγής, επεξεργασίας, διανομής, αποθήκευσης, χονδρικής πώλησης και μεταπώλησης.
2. Να συστηματοποιηθούν οι αυστηροί έλεγχοι από πλευράς της πολιτείας όσον αφορά την ποιότητα, τη διακίνηση, την κοστολόγηση και τη φορολόγηση των υγρών καυσίμων.
3. Να προωθηθεί η πλήρης διαφάνεια στη διαδικασία τιμολόγησης από τις εταιρίες και να διασφαλιστούν τα συμφέροντα των καταναλωτών μέσω της άμεσης αναπροσαρμογής των τιμών ανάλογα με την πτώση της διεθνούς τιμής του πετρελαίου.
4. Να καθοριστεί με σαφήνεια το πλαίσιο και η διαδικασία εξαγοράς των πρατηρίων από τις εταιρίες, ειδικά σε συγκεκριμένες περιοχές της χώρας όπου δημιουργούνται ολιγοπωλιακές καταστάσεις.
5. Να δοθούν άδειες για τη δημιουργία νέων αποθηκευτικών χώρων και επιπλέον εταιριών.

Κλείνοντας, επισήμανε ότι «σε κάθε περίπτωση, η ενεργειακή εξάρτηση της οικονομίας μας από την αγορά υγρών καυσίμων επιτάσσει λεπτομερείς και προσεκτικούς χειρισμούς» και πως «ο υγιής και ελεύθερος ανταγωνισμός μόνο θετικά μπορεί να λειτουργήσει για όλα τα επίπεδα αγοράς, αλλά και για τους καταναλωτές».