Αναρίθμητες είναι, πλέον, οι περιπτώσεις όπου παρατηρείται η εκδήλωση φαινομένων υιοθέτησης, από τους πολίτες, μηδενιστικών αντιλήψεων και γενικεύσεων, απέναντι σε πρακτικές που ακολουθούν διάφορες επαγγελματικές/επιστημονικές και εν συνόλω κοινωνικές ομάδες.

Τα χαρακτηριστικά του «μηδενισμού» αφορούν την υποτίμηση και μη αποδοχή του έργου που έχει παραχθεί ενώ η «γενίκευση» έγκειται, κυρίως, σε συλλήβδην (αρνητικά) πορίσματα ομαδοποίησης και απόδοσης κοινών στοιχείων – χωρίς να υπάρχει εξατομικευμένη προσέγγιση – στη δραστηριότητα ενός κλάδου. 

Τέτοιες αντιλήψεις και νοοτροπίες, εντοπίζονται – με υψηλή συχνότητα - σε τομείς και πεδία όπως είναι: η πολιτική, τα πολιτικά κόμματα και οι εκπρόσωποι τους, οι δημόσιες υπηρεσίες και λειτουργοί τους, οι φορείς τοπικής αυτοδιοίκησης, τα σώματα ασφαλείας, η ιατρική κοινότητα και τα νοσοκομεία, τα μέσα ενημέρωσης και η δημοσιογραφία, αλλά και ο αγροτικός κόσμος. 

Αναλυτικότερα, στο πλαίσιο πτυχών της καθημερινότητας, συναντώνται στάσεις και απόψεις που σκιαγραφούνται ως εξής: «όλοι πολιτικοί είναι ψεύτες», «όλοι γιατροί παίρνουν φακελάκι», «μη μπλέξεις με δημόσιες υπηρεσίες», «οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι κρατικοδίαιτοι», «οι αγρότες λαμβάνουν ψεύτικες επιδοτήσεις», «τα μέσα ενημέρωσης και οι δημοσιογράφοι είναι μέσα στη διαπλοκή», «οι αστυνομικοί είναι όργανα της εξουσίας και όχι της τάξης». 

Συγκεκριμένα, ο ιδιότυπος αυτός «μηδενισμός» και η έκφραση ισοπεδωτικών «γενικεύσεων», οφείλονται κυρίως:

 Στην συναισθηματική φόρτιση (θυμός, δυσαρέσκεια, απόγνωση, απογοήτευση) ανθρώπων που έτυχαν άσχημης αντιμετώπισης ή μεταχείρισης, από συγκεκριμένα άτομα.

 Στην μη ηθική και αντι-δεοντολογική συμπεριφορά που μπορεί να επιδείξουν κάποιοι εκπρόσωποι ορισμένων τάξεων, κατά την άσκηση των καθηκόντων και υποχρεώσεων τους. 

 Στην ιδιοσυγκρασία που διακρίνει ορισμένα άτομα, όπου η συχνή κριτική και η χρήση μηδενιστικών τύπων , αποτελούν τρόπο ζωής, γι’ αυτούς, και στοιχείο του χαρακτήρα τους.

 Στην προώθηση και εξυπηρέτηση ιδιοτελών σκοπών και συμφερόντων (προσωπικών, οικονομικών και πολιτικών). 

Σαφέστατα, οι συνέπειες - αν και δυσδιάκριτες - από τέτοιου είδους φαινόμενα, είναι αρκετές και με ποικίλες κοινωνικές προεκτάσεις. Έτσι, οι θέσεις που εμπεριέχουν απόλυτες και αφοριστικές διαπιστώσεις του τύπου: «όλοι είναι το ίδιο», διαμορφώνουν ένα περιβάλλον επικινδυνότητας για τις σχέσεις και την αλληλεπίδραση των ατόμων, ομάδων, υποομάδων και πληθυσμιακών κατηγοριών που συνθέτουν το κοινωνικό σύνολο. 

Ειδικότερα, όταν προσάπτουμε ευθύνες στο σύνολο π.χ. των γιατρών ενός νοσοκομείου ή όταν μηδενίζουμε, εξ’ ολοκλήρου, το έργο των νοσοκομειακών υπηρεσιών, εξαιτίας μη ενδεδειγμένης συμπεριφοράς μεμονωμένων περιστατικών, δημιουργούμε, αυτομάτως, περαιτέρω προβλήματα, περιορισμούς και δυσλειτουργίες στη δραστηριότητα του υγιούς τμήματος του τομέα όπου αποφαινόμαστε αρνητικά και καταγγελτικά. 

Επιπλέον, κρίνεται αναγκαία η αναθεώρηση του τρόπου που αναγιγνώσκουμε ή διαχειριζόμαστε κάθε πλευρά κοινωνικής συναναστροφής ή διεργασιών, αλλά και η εκμάθηση και εξέλιξη νέων μεθόδων προσέγγισης κάθε ανεπάρκειας που υφίσταται, ώστε να αποφεύγονται αυθαίρετα συμπεράσματα, εικασίες και εντυπώσεις που διαταράσσουν την κοινωνική ισορροπία.

Τέλος, χρειάζεται να συναισθανθούμε τούτο: αμαυρώνοντας και στιγματίζοντας το «όλον» όταν ένα, μόνο, «μέρος» ενεργεί άδικα, ανάρμοστα και παράτυπα ή όταν αποδυναμώνουμε κάθε θετικό αποτέλεσμα … τότε, κατ’ ουσίαν, δεν εναντιωνόμαστε στο «λάθος» αλλά, αντιθέτως, συντασσόμαστε μ’ αυτό – ακούσια ή εκούσια - ρίχνοντας λάσπη στον ανεμιστήρα του «μηδενισμού» και των «γενικεύσεων». 

Γιώργος Σαριδάκης
Κοινωνικός Λειτουργός