Τις τελευταίες μέρες έχουμε μετρήσει συγκεκριμένες φωνές στα κρητικά ΜΜΕ οι οποίες ζητούν να ανακληθεί η αναγόρευση σε επίτιμο διδάκτορα του καθηγητή Heinz Richter επειδή σε ένα από τα πολυάριθμα κείμενά του γράφει πράγματα που ενοχλούν με τα οποία κάποιοι διαφωνούν και καλώς διαφωνούν.

Θα μπορούσε πράγματι κανείς να το κάνει και να γλιτώσει έτσι το Τμήμα από όλες αυτές τις αντιδράσεις. Τι πιο απλό; Θα συντασσόταν μια επιστολή, θα ανακαλούταν η πρυτανική πράξη, θα αποστελλόταν στο Ρίχτερ, κι έτσι, θα λύνονταν όλα τα προβλήματα:

Ο κακός Γερμαναράς θα έπαιρνε ένα καλό μάθημα, η σχέση του Πανεπιστημίου με την «τοπική κοινωνία» (η οποία κάποιοι λένε ότι έχει διαρραγεί) θα αποκαθίστατο, το Πανεπιστήμιο θα προβαλλόταν ως θεματοφύλακας ευγενών αξιών και άρα θα ενίσχυε το κύρος του, τα Τμήματα θα πρόσεχαν άλλη φορά να μην ενοχλήσουν την κοινωνία, και όλοι θα ήταν ευτυχείς. Ούτε γάτα ούτε ζημιά! Αυτό δεν επιτάσσει «η κοινή λογική» την οποία έχουν επικαλεστεί ουκ ολίγοι θιασώτες της ανάκλησης; Και την ακαδημαϊκή πίττα ολόκληρη, και την κοινωνία χορτάτη;

Ή μήπως δεν είναι έτσι;

Στη διεθνή πρακτική, οι ανακλήσεις τιμητικών διδακτορικών μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού και για πολύ ιδιαίτερες συνθήκες. Υπάρχει π.χ. το προηγούμενο της ανάκλησης του διδακτορικού του Μουγκάμπε, Προέδρου της Ζιμπάμπουε, για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Ορισμένα μέλη του Τμήματος βγήκαν στα κανάλια και είπαν ότι «θα έπρεπε να το είχαμε ψάξει πιο πολύ» ή «αν το είχαμε ψάξει πιθανότατα θα είχαμε αποφασίσει διαφορετικά». Να ψάξουμε τι, τι έχει γραφεί για κάθε βιβλίο ή κείμενο του Ρίχτερ εδώ και 40 χρόνια που εκτείνεται το έργο του? Διαβάζοντας είδα ότι για δεκαετίες χαρακτηριζόταν αμετανόητος κομουνιστής, ως ο ιστορικός που δεν είδε ποτέ τις «πραγματικές ευθύνες της Αριστεράς» για τον εμφύλιο, ως αυτός που έδωσε «άλλοθι» στο ΕΑΜ για «τα φοβερά εγκλήματά του». Κάποιος θα μπορούσε να ισχυρισθεί ότι αυτό είναι σοβαρότερη προσβολή για την ελληνική κοινωνία.

Και τι προτείνουν αυτοί που δεν «το έψαξαν» εγκαίρως; Να ανακληθεί το διδακτορικό, να «ζητήσουμε συγνώμη από τον κ. Ρίχτερ που τον κουβαλήσαμε άδικα», παρόλο που ο ίδιος πλήρωσε από την τσέπη του όλα τα έξοδά του και δεν δέχτηκε από το πανεπιστήμιο να του πληρώσει έστω και ένα ευρώ λέγοντας ότι δεν μπορεί να δεχτεί χρήματα από τη δεύτερη πατρίδα του που δοκιμάζεται, και μετά να «το συζητήσουμε νηφάλια και να αποφασίσουμε αν τελικά θα πρέπει να δοθεί ο τίτλος». Μήπως τελικά οι αντιδράσεις εξυπηρετούν άλλες σκοπιμότητες και θέλουν να πλήξουν άλλους ανθρώπους και όχι τον Ρίχτερ με τον οποίον κανείς δεν ασχολούταν τόσα χρόνια;

Λυπάμαι, αλλά άλλο πράγμα να συζητάς κάτι στην κλειστή αίθουσα μιας συνέλευσης τμήματος, όπου κανείς μπορεί να προβάλλει όποιες ενστάσεις θέλει και άλλο πράγμα να ματαιώνεις μια διαδικασία ή να την ανακαλείς εκ των υστέρων. Το να καλείς κάποιον για αναγόρευση και να του λες «πήγαινε πίσω, θα το ξανασκεφτώ και θα σε φωνάξω», εκτός του ότι εκθέτει ανεπανόρθωτα – αν δεν γελοιοποιεί – το Πανεπιστήμιο διεθνώς, δημιουργεί περισσότερα θέματα απ’ ότι λύνει. Όταν το Brandeis University είχε αποφασίσει να ανακαλέσει το τιμητικό διδακτορικό που είχε απονείμει σε μία ιδιαιτέρως αμφιλεγόμενη ακτιβίστρια, το πανεπιστήμιο επικρίθηκε σφοδρότατα διότι, όπως ειπώθηκε τότε, «Το να υποκύπτει ένα πανεπιστήμιο σε πιέσεις και να ανακαλεί έναν τίτλο αφού και έχει δοθεί, μοιάζει σαν φασιστικού τύπου τακτική, διότι προβάλλει έναν ομιλητή μόνο και μόνο για να τον εκθέσει σε δημόσια κατάκριση».

Η ανάκληση του διδακτορικού θα ήταν σαν να δηλώνει το Πανεπιστήμιο ότι φοβάται τον διάλογο που περιλαμβάνει έκφραση ιδεών με περίπλοκες και λεπτές αποχρώσεις, και υποκείμενες σε συμφραζόμενα διαφορετικά για την κάθε επιστήμη. Το Πανεπιστήμιο, βέβαια, δεν είναι αποστειρωμένο εν κενώ. Είναι σίγουρα ζωντανός οργανισμός που ζει και αναπνέει μέσα στην κοινωνία της Κρήτης, επ’ ωφελεία και των δύο. Το Πανεπιστήμιο Κρήτης, όμως, αν και ζει μέσα στην κοινωνία της Κρήτης την οποία οφείλει να σέβεται, είναι παράλληλα και ένα πανεπιστήμιο με διεθνές κύρος. Σε πολύ υψηλό ποσοστό, τα μέλη ΔΕΠ έχουν σπουδάσει στο εξωτερικό, δημοσιεύουν σε διεθνή επιστημονικά περιοδικά, και αρκετοί θα μπορούσαν κάλλιστα να έχουν μείνει στο εξωτερικό αλλά προτίμησαν να επιστρέψουν από αγάπη στο νησί.

Πιστεύει κανείς, όμως ότι η γελοιοποίηση του Πανεπιστημίου θα συνέφερε την τοπική κοινωνία; Πιστεύει κανείς ότι αυτή η στάση συνάδει με τους κανόνες φιλοξενίας και το γνωστό φιλότιμο των Κρητικών που εκδηλώνεται κάθε χρόνο πρώτα απ’ όλα απέναντι στους ίδιους τους Γερμανούς, απογόνους όλων όσων έσφαξαν ανηλεώς σε αυτό τον τόπο; Πιστεύει κανείς ότι αν ανακαλέσουμε το διδακτορικό από έναν Φιλέλληνα (αυτό το αναγνωρίζουν ακόμα και όσοι έγραψαν επιστολές εναντίον του) θα ωφελήσουμε την εικόνα της χώρας στο εξωτερικό; Πιστεύει κανείς ότι ο Ρίχτερ μελετούσε επί 40 χρόνια, δηλαδή μια ολόκληρη ζωή, τη χώρα μας, επειδή είχε στόχο εις τας δυσμάς του βίου του να γράψει ένα βιβλίο για να την ταπεινώσει;

Υπηρετούν τη λογική όσοι λένε ότι η Προεδρία της Δημοκρατίας μεν καλώς απένειμε το δικό της βραβείο διότι τότε δεν είχε γράψει ο κ. Ρίχτερ το βιβλίο του για τη Μάχη της Κρήτης (οπότε ήταν φιλέλληνας) αλλά το πανεπιστήμιο πρέπει να έχει διαφορετική στάση (διότι εν τω μεταξύ είχε αλλάξει στάση και είχε γίνει ανθέλληνας). Δεν έχει συνέχεια η ελληνική πολιτεία; Γίνεται η μία αρχή να χορηγεί έναν τιμητικό τίτλο και η άλλη να αφαιρεί έναν άλλο τίτλο; Ποια είναι η σοβαρότητα των θεσμών μας; Η Κρήτη ανήκει σε διαφορετικό κράτος;

Είναι πεποίθησή μου ότι ο κ. Ρίχτερ θα τιμήσει και με το παραπάνω την τιμή που του έγινε και θα είναι ένας ακόμα πρεσβευτής των ελληνικών θέσεων στο εξωτερικό, όπως και έχει δείξει τόσο το γενικότερο έργο του όσο και οι συνεντεύξεις του. Η κοινή λογική, η διεθνής πρακτική, το κύρος του πανεπιστημίου, η στοιχειώδης ευπρέπεια προς έναν φιλέλληνα που μελετά την πατρίδα μας 40 χρόνια τώρα, αλλά και το κρητικό φιλότιμο ακόμα, ξεκάθαρα δείχνουν πως η οδός που ακολούθησε η Πρυτανεία ήταν η μόνη ενδεδειγμένη και υπεύθυνη. Κανένας Πρύτανης, σε κανένα σοβαρό πανεπιστήμιο δεν θα επέλεγε την ολισθηρή οδό της ανάκλησης, άσχετα με το αν διαφωνεί ή συμφωνεί με το έργο κάποιου, στην οποία κάποιοι προσπάθησαν να παρασύρουν την κοινή γνώμη και την ακαδημαϊκή κοινότητα, επικαλούμενοι μια στρεβλή αντίληψη για το τι είναι κοινή λογική.

Το Πανεπιστήμιο αντιμετωπίζει τη μεγαλύτερη κρίση υποχρηματοδότησης από την ίδρυσή του για την οποία κάποιοι φοιτητές διαμαρτύρονται εδώ και τρεις βδομάδες, χωρίς κανένας να ασχολείται με αυτούς. Δεν έχουμε κανένα περιθώριο για ομφαλοσκόπηση και εσωστρέφεια. Ας ασχοληθούμε με τα υπαρκτά προβλήματα του Πανεπιστημίου και τις τεράστιες προκλήσεις που έχει να αντιμετωπίσει.

Μαρίνα Χειλά
Διδάσκων στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Κρήτης