Ο αριθμός των ενήλικων διαβητικών παγκοσμίως έχει υπερδιπλασιαστεί από το 1980 κι έχει φθάσει τα 347 εκατομμύρια, αριθμός πολύ μεγαλύτερος απ΄ό,τι αρχικά εθεωρείτο, γεγονός που σημαίνει ότι το κόστος θεραπείας της νόσου θα διογκωθεί.

Σε μελέτη τους που δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση Lancet, διεθνής ομάδα επιστημόνων του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας διαπίστωσε ότι τα ποσοστά των κρουσμάτων της νόσου είτε αυξήθηκαν, είτε, στην καλύτερη περίπτωση, παρέμειναν σταθερά σχεδόν σε όλο τον κόσμο κατά τα τελευταία 30 χρόνια.

Ο αριθμός των διαβητικών είναι πολύ υψηλότερος σε σχέση με προηγούμενες εκτιμήσεις που έκαναν λόγο για 285 εκατομμύρια ασθενείς παγκοσμίως. Η έρευνα διαπίστωσε ότι υπάρχουν 347 εκατομμύρια διαβητικοί στον κόσμο, τα 138 εκατομμύρια ζουν στην Κίνα και στην Ινδία και άλλα 36 εκατομμύρια στις ΗΠΑ και στη Ρωσία.

Ο πιο κοινός τύπος διαβήτη είναι ο Τύπου 2, ο οποίος συνδέεται με την παχυσαρκία και την καθιστική ζωή. Στην αγορά διατίθενται πολλά φαρμακευτικά σκευάσματα για τη θεραπεία της νόσου, τόσο χάπια όσο και ενέσεις. Τον περασμένο χρόνο οι παγκόσμιες πωλήσεις των φαρμάκων για τον διαβήτη ανήλθαν σε 35 δισεκατομμύρια δολάρια και μέχρι το 2015 μπορεί να φθάσουν τα 48 δισεκατομμύρια δολάρια, σύμφωνα με την φαρμακευτική εταιρία έρευνας IMS Health.

Η αναλογία των ενήλικων διαβητικών ανήλθε στο 9,8% για τους άνδρες και στο 9.2% για τις γυναίκες μέσα στο 2008, σε σύγκριση με 8,3% για τους άνδρες και 7,5% για τις γυναίκες το 1980.

Τα κρούσματα έχουν αυξηθεί περισσότερο στις χώρες του Ειρηνικού, που, σύμφωνα με την έρευνα, έχουν πλέον τα υψηλότερα ποσοστά διαβητικών. Στις Νήσους Μάρσαλ, το ένα τρίτο των γυναικών και το ένα τέταρτο των ανδρών είναι διαβητικοί.

Μεταξύ των πλουσίων χωρών, η υψηλότερη αύξηση στα κρούσματα παρατηρείται στη Βόρεια Αμερική και σχετικά μικρή στη Δυτική Ευρώπη. Ο αριθμός διαβητικών είναι υψηλότερος στις ΗΠΑ, την Γροιλανδία, την Μάλτα, την Νέα Ζηλανδία και την Ισπανία και χαμηλότερος στην Ολλανδία, την Αυστρία και την Γαλλία.

ΑΠΕ-ΜΠΕ