Οι γεννήσεις σημείωσαν παγκοσμίως πτωτικές τάσεις καθώς παρατηρήθηκε πως οι γυναίκες με πανεπιστημιακή εκπαίδευση δεν αποφασίζουν να γίνουν μητέρες σε δύσκολες οικονομικά περιόδους. Παρατηρείται πως είναι πολλές οι μορφωμένες γυναίκες που καθυστερούν να αποκτήσουν παιδιά, λόγω της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης.

Μάλιστα, σε περίπτωση που οι κυβερνήσεις των χωρών τους έχουν εξαγγείλει περαιτέρω μειώσεις στους μισθούς, υπολογίζεται πως θα περιμένουν από πέντε έως οκτώ χρόνια έως ότου μπουν στη διαδικασία να γίνουν μητέρες.

Έρευνα για την ΕΕ από το Δημογραφικό Ινστιτούτο της Βιέννης, δείχνει κατακόρυφη μείωση γεννήσεων στην Αμερική και την Ισπανία μεταξύ 2009-10, και στάσιμη κατάσταση σε Ιρλανδία και άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Αντιθέτως, στη Μεγάλη Βρετανία ο πληθυσμός αυξήθηκε κατά 470.000 το 2010 –το μεγαλύτερο ποσοστό γεννήσεων των τελευταίων 50 χρόνων- και οι ειδικοί αποδίδουν τη διαφορά αυτή σε σχέση με άλλες χώρες του ανεπτυγμένου κόσμου, στο χαμηλότερο μορφωτικό επίπεδο των Βρετανίδων.

Σύμφωνα με την έρευνα, «γυναίκες υψηλού μορφωτικού επιπέδου αντιμετωπίζουν την εργασιακή αβεβαιότητα με ‘στρατηγική αναβλητικότητας’, κυρίως δε αν δεν έχουν παιδιά. Αντιθέτως, γυναίκες λιγότερο μορφωμένες συχνά επιλέγουν να γίνουν μητέρες ακόμα και σε περιόδους οικονομικής αστάθειας».

Δεν ισχύει το ίδιο και για τους άνδρες, σύμφωνα με την έρευνα, που παρουσιάζονται να είναι εκείνοι –ανάμεσα στα δύο φύλα- με την σκληρότερη στάση έναντι των γεννήσεων σε δύσκολες οικονομικά συγκυρίες.

Επιπλέον, η έρευνα κάνει λόγο για περαιτέρω μειώσεις των γεννήσεων, ειδικά σε χώρες όπως η Ελλάδα, η Ιρλανδία και η Ισπανία όπου οι κυβερνήσεις, προσπαθώντας να ισορροπήσουν τις οικονομίες τους, κόβουν από παντού.

Είναι πιθανό η παρούσα κατάσταση, που υφίσταται σχεδόν σε παγκόσμιο επίπεδο, να επιφέρει εντονότερες αλλαγές και πιο μόνιμα αποτελέσματα, τόσο στην υπογεννητικότητα όσο και στον μέσο όρο ηλικίας των γυναικών που αποκτούν παιδί για πρώτη φορά.